Αυτή την εβδομάδα, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν μια πρωτοφανή αλλαγή στο πρόγραμμα εμβολιασμού, αφαιρώντας έξι συνιστώμενους παιδικούς εμβολιασμούς. Όσα πρέπει να γνωρίζετε.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν τη Δευτέρα σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, μειώνοντας τον αριθμό των εμβολίων που συνιστώνται για κάθε παιδί, κάτι που, όπως προειδοποιούν κορυφαίες ιατρικές ενώσεις, θα υπονομεύσει την προστασία από έξι ασθένειες.
Η αλλαγή, που τέθηκε σε ισχύ άμεσα, σημαίνει ότι τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) θα συστήνουν πλέον τον εμβολιασμό όλων των παιδιών κατά 11 ασθενειών, από 17 που ίσχυαν μέχρι τώρα.
Δεν συνιστάται πλέον ευρέως η προστασία έναντι της γρίπης, του ροταϊού, της ηπατίτιδας Α, της ηπατίτιδας Β, ορισμένων μορφών μηνιγγίτιδας ή του RSV. Αντίθετα, οι σχετικοί εμβολιασμοί προτείνονται μόνο για ορισμένες ομάδες που θεωρούνται υψηλού κινδύνου ή όταν οι γιατροί τους εισηγούνται στο πλαίσιο της «κοινής λήψης αποφάσεων».
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ υποστήριξαν ότι η αναμόρφωση, ένα μέτρο που εδώ και χρόνια επιδιώκει ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι τζούνιορ, δεν θα στερήσει την πρόσβαση στα εμβόλια από οικογένειες που τα επιθυμούν και ότι οι ασφαλιστικές θα συνεχίσουν να καλύπτουν το κόστος. Ωστόσο, ειδικοί της ιατρικής προειδοποιούν ότι η απόφαση προκαλεί σύγχυση στους γονείς και μπορεί να αυξήσει τα προλαμβανόμενα νοσήματα.
Οι αλλαγές γίνονται τη στιγμή που τα ποσοστά εμβολιασμού στις ΗΠΑ υποχωρούν και το ποσοστό των παιδιών με εξαιρέσεις έχει φτάσει σε ιστορικό υψηλό, σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία. Παράλληλα, αυξάνονται τα κρούσματα ασθενειών που προλαμβάνονται με εμβόλια, όπως η ιλαρά και ο κοκίτης.
Κατόπιν αιτήματος πολιτικών, επικρίσεις από τους γιατρούς
Το Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ ανέφερε ότι η αναμόρφωση έγινε σε ανταπόκριση σε αίτημα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Δεκέμβριο. Ο Τραμπ ζήτησε από την υπηρεσία να εξετάσει πώς οι ομότιμες χώρες διαμορφώνουν τις συστάσεις εμβολιασμού και να εξετάσει την αναθεώρηση των αμερικανικών κατευθυντήριων οδηγιών αναλόγως.
Το υπουργείο ανέφερε ότι συνέκρινε τις αμερικανικές συστάσεις εμβολιασμού με εκείνες 20 άλλων ανεπτυγμένων χωρών και διαπίστωσε ότι οι ΗΠΑ είναι «παγκόσμια εξαίρεση (...) τόσο ως προς τον αριθμό των ασθενειών που καλύπτονται στο πρόγραμμα τακτικού παιδικού εμβολιασμού όσο και ως προς το συνολικό πλήθος των συνιστώμενων δόσεων».
Αξιωματούχοι της υπηρεσίας περιέγραψαν την αλλαγή ως τρόπο ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού, προτείνοντας μόνο τους πιο σημαντικούς εμβολιασμούς για τα παιδιά.
«Αυτή η απόφαση προστατεύει τα παιδιά, σέβεται τις οικογένειες και αποκαθιστά την εμπιστοσύνη στη δημόσια υγεία», ανέφερε σε δήλωσή του ο Κένεντι.
Η αμερικανική κυβέρνηση ξεχώρισε ειδικά τη Δανία, η οποία συνιστά 10 εμβόλια για τα παιδιά, ως πρότυπο για τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι παιδίατροι απέρριψαν αυτή τη σύγκριση ως ακατάλληλη και επικίνδυνη.
Ο Δρ. Σον Ο’Λίρι της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής δήλωσε ότι οι χώρες εξετάζουν πολύ προσεκτικά τις συστάσεις για εμβόλια με βάση τα επίπεδα νοσηρότητας στους πληθυσμούς τους και τα συστήματα υγείας τους.
«Δεν μπορείς απλώς να κάνεις αντιγραφή-επικόλληση στη δημόσια υγεία, κι αυτό φαίνεται ότι επιχειρούν εδώ», είπε ο Ο’Λίρι. «Κυριολεκτικά, διακυβεύονται η υγεία και οι ζωές των παιδιών».
«Δεν υπάρχει επιστημονικός λόγος να πιστεύουμε ότι οι συστάσεις εμβολίων της Δανίας είναι ασφαλέστερες», πρόσθεσε. «Αυτό που ξέρουμε είναι ότι κάθε φορά που ένα παιδί μένει χωρίς τους συνιστώμενους εμβολιασμούς, διατρέχει κίνδυνο από ασθένειες που μπορούμε να προλάβουμε με μια πολύ απλή, ασφαλή και αποτελεσματική παρέμβαση».
Οι περισσότερες χώρες υψηλού εισοδήματος συστήνουν εμβολιασμούς κατά 12 έως 15 σοβαρών παθογόνων, σύμφωνα με πρόσφατη ανασκόπηση του Vaccine Integrity Project, μιας ομάδας που εργάζεται για την προστασία της χρήσης των εμβολίων.
Η Γαλλία σήμερα συστήνει τον εμβολιασμό όλων των παιδιών κατά 14 ασθενειών, σε σύγκριση με τις 11 που θα συστήνουν πλέον οι ΗΠΑ για κάθε παιδί με το νέο πρόγραμμα.
Κορυφαίες ιατρικές οργανώσεις παραμένουν στις προηγούμενες συστάσεις για εμβόλια, λέγοντας ότι δεν υπάρχει νέα επιστημονική βάση που να δικαιολογεί αλλαγή, και εκφράζουν ανησυχία ότι οι αντικρουόμενες οδηγίες θα αφήσουν περισσότερα παιδιά ευάλωτα σε προλαμβανόμενη ασθένεια ή και θάνατο.