Οι επιζώντες από καρκίνο φαίνεται να έχουν χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας – Κεντρικός ρόλος του ανοσοποιητικού συστήματος
Μια πρόσφατη μελέτη επιβεβαιώνει την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ του καρκίνου και της νόσου Αλτσχάιμερ, με τους επιζώντες από καρκίνο να εμφανίζουν χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα ενδέχεται να αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα που συνδέει τις δύο ασθένειες.
Τι είναι η νόσος Αλτσχάιμερ
Η νόσος Αλτσχάιμερ, η πιο συχνή μορφή άνοιας, χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση πρωτεϊνών αμυλοειδούς και ταυ στον εγκέφαλο, γεγονός που οδηγεί στον θάνατο νευρικών κυττάρων, απώλεια μνήμης, διαταραχές της διάθεσης και αλλαγές στη συμπεριφορά.
Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν ότι οι πλάκες αυτές δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην την άμεση αιτία της εγκεφαλικής βλάβης, αλλά ότι η ανοσολογική απόκριση του οργανισμού σε αυτές είναι εκείνη που προκαλεί τη ζημιά.
«Ορισμένοι άνθρωποι ζουν με συσσώρευση αμυλοειδών πλακών χωρίς να αναπτύσσουν τη νόσο, ενώ άλλοι την εμφανίζουν σε νεαρή ηλικία», επισημαίνουν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. «Το ανοσοποιητικό σύστημα φαίνεται να είναι ο καθοριστικός παράγοντας σε αυτή την εξίσωση», προσθέτουν.
Ο κοινός ρόλος του ανοσοποιητικού σε καρκίνο και Αλτσχάιμερ
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell, ανέδειξε την ύπαρξη κοινών βιολογικών μηχανισμών μεταξύ του καρκίνου και της νόσου Αλτσχάιμερ.
«Ο καρκίνος και το Αλτσχάιμερ βρίσκονται σε αντίθετα άκρα αρκετών θεμελιωδών βιολογικών διεργασιών», εξηγεί ο Τζόρνταν Βάις, ερευνητής μακροζωίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. «Η υπερδραστηριότητα αυτών των διεργασιών μπορεί να προκαλέσει καρκίνο, ενώ η υπολειτουργία τους μπορεί να οδηγήσει σε Αλτσχάιμερ».
Η ισορροπία αυτή σχετίζεται με την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να αυτορυθμίζεται και να ελέγχει τη συσσώρευση πρωτεϊνών στον οργανισμό. Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι υπερδραστήριο, μπορεί να προκαλέσει καταστροφή νευρικών κυττάρων, όπως συμβαίνει στο Αλτσχάιμερ, ενώ μια ασθενής ανοσολογική απόκριση επιτρέπει στα καρκινικά κύτταρα να επιβιώνουν ανεξέλεγκτα.
Παρόμοιο ρόλο παίζει και ο τρόπος με τον οποίο ο οργανισμός απομακρύνει τις πρωτεΐνες: η υπερβολική απομάκρυνση καταστρέφει ωφέλιμες πρωτεΐνες, ενώ η ανεπαρκής απομάκρυνση οδηγεί στη συσσώρευση επιβλαβών πρωτεϊνών στον εγκέφαλο.
Προηγούμενες μελέτες
Παλαιότερες έρευνες είχαν δείξει αντίστοιχα μοτίβα. Μελέτη του 2012 κατέδειξε ότι οι επιζώντες από καρκίνο είχαν μικρότερη πιθανότητα να αναπτύξουν Αλτσχάιμερ, ενώ άτομα με Αλτσχάιμερ εμφάνιζαν χαμηλότερα ποσοστά διάγνωσης καρκίνου.
Σε μεγάλη μελέτη του 2024, στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από τρία εκατομμύρια άτομα, διαπιστώθηκε ότι οι επιζώντες από καρκίνο είχαν 25% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Άλλη μελέτη του 2025 έδειξε ότι το γονίδιο APOE, γνωστός παράγοντας κινδύνου για τη νόσο Αλτσχάιμερ, συνδέεται ταυτόχρονα με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Μπορεί η θεραπεία του καρκίνου να προλαμβάνει το Αλτσχάιμερ;
Πειραματική μελέτη σε ποντίκια έδειξε ότι η εισαγωγή ανθρώπινων καρκινικών κυττάρων σε ζωικά μοντέλα της νόσου Αλτσχάιμερ εμπόδισε την ανάπτυξη της νόσου, γεγονός που υποδηλώνει ότι ορισμένοι παράγοντες που σχετίζονται με τα καρκινικά κύτταρα ενδέχεται να έχουν προστατευτική δράση έναντι του Αλτσχάιμερ.
Ο Γιουεμίνγκ Λου, νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας Χουαζόνγκ στη Γουχάν και επικεφαλής της μελέτης, εξήγησε: «Αναρωτηθήκαμε γιατί συμβαίνει αυτό. Τα επόμενα πειράματα έδειξαν ότι η ανάπτυξη όγκων συνδέεται με αυξημένα επίπεδα ενός μορίου που ονομάζεται Κυστατίνη C», το οποίο παίζει ρόλο στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και στη διευκόλυνση της απομάκρυνσης συσσωρευμένων πρωτεϊνών από τον εγκέφαλο.
Η Κυστατίνη C ενεργοποιεί ένα άλλο μόριο, το TREM2, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διάλυση των αμυλοειδών πλακών που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν έναν πιθανό βιολογικό μηχανισμό που εξηγεί την αντίστροφη σχέση μεταξύ καρκίνου και μειωμένου κινδύνου Αλτσχάιμερ.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μελέτες σε ανθρώπους, να διερευνηθεί πώς αλληλεπιδρούν οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί με άλλες βιολογικές διεργασίες, καθώς και να αναπαραχθούν τα ευρήματα σε ανεξάρτητα πειράματα.
Μία από τις πρώιμες θεωρίες που επιχείρησαν να εξηγήσουν τη σύνδεση αυτή υποστήριζε ότι οι θεραπείες κατά του καρκίνου ενδέχεται να προσφέρουν προστασία έναντι του Αλτσχάιμερ, καθώς η χημειοθεραπεία επηρεάζει μακροπρόθεσμα τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, γεγονός που θα μπορούσε να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου.