Η χρόνια πάθηση κοστίζει στις χώρες του ΟΟΣΑ δισεκατομμύρια τον χρόνο, ποσό αντίστοιχο με τους ετήσιους προϋπολογισμούς υγείας Ολλανδίας ή Ισπανίας, δείχνει έκθεση.
Η μακροχρόνια πάθηση που επηρεάζει ορισμένους ανθρώπους μετά από λοίμωξη COVID-19, γνωστή ως long COVID, θα μπορούσε να κοστίζει συνολικά 135 δισ. δολάρια (σχεδόν 116 δισ. ευρώ) τον χρόνο στις χώρες του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) την επόμενη δεκαετία.
Πρόκειται για ποσό «συγκρίσιμο με ολόκληρο τον ετήσιο προϋπολογισμό υγείας της Ολλανδίας ή της Ισπανίας», όπως επισημαίνει νέα έκθεση του ΟΟΣΑ.
Αν και τον Μάρτιο συμπληρώθηκαν έξι χρόνια από την έναρξη της πανδημίας COVID-19, οι επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία παραμένουν αισθητές.
Εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να υποφέρουν από long COVID, μια κατάσταση που κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ στα συστήματα υγείας και πιέζει τις αγορές εργασίας.
Η πάθηση, όπως και άλλα σύνδρομα μετά την οξεία φάση της λοίμωξης, δεν υποχωρεί, ενώ την ίδια στιγμή καταγράφονται ανησυχητικά σημάδια μείωσης του πολιτικού και οικονομικού ενδιαφέροντος για το ζήτημα, προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ.
«Απαιτείται διαρκής κινητοποίηση, καθώς η αντιμετώπιση αυτών των παθήσεων ωφελεί τόσο τις άμεσες, επίκεντρες στον ασθενή προτεραιότητες όσο και τη μακροπρόθεσμη ετοιμότητα για μελλοντικά πανδημικά σενάρια», γράφουν οι συντάκτες.
Βάσει της δικής του ανάλυσης, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι το 2021, στο αποκορύφωμα της πανδημίας, η long COVID επηρέασε περίπου το 5,3% του συνολικού πληθυσμού στις χώρες-μέλη του, δηλαδή περίπου 75 εκατομμύρια ανθρώπους, με τις δαπάνες υγείας να φτάνουν τα 53 δισ. δολάρια (45,3 δισ. ευρώ).
Παρότι η συχνότητα εμφάνισης της long COVID και οι συναφείς δαπάνες υγείας έχουν μειωθεί σε σχέση με την κορύφωση της πανδημίας, εκτιμάται ότι οι άμεσες δαπάνες υγείας για την αντιμετώπιση της κατάστασης θα παραμείνουν γύρω στα 11 δισ. δολάρια (9,40 δισ. ευρώ) ετησίως την περίοδο 2025–2035, «ακόμη και με συντηρητικές παραδοχές».
Τι είναι η long COVID;
Κάθε άτομο που έχει μολυνθεί από τον ιό COVID-19 μπορεί να εμφανίσει long COVID, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, από κόπωση, μυϊκούς ή αρθρικούς πόνους και δύσπνοια μέχρι πονοκεφάλους και «ομίχλη εγκεφάλου».
Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε τρεις μήνες από το αρχικό επεισόδιο COVID-19 και διαρκούν τουλάχιστον δύο μήνες.
Η κατάσταση γενικά βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου, συνήθως μέσα στους πρώτους εννέα μήνες· ωστόσο, περίπου 15 στους 100 ανθρώπους εξακολουθούν να έχουν συμπτώματα μετά από έναν χρόνο.
Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η long COVID δεν αποτελεί μία και μοναδική ασθένεια, αλλά ένα σύμπλεγμα συναφών υποτύπων με δυνητικά διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου – γενετικούς, περιβαλλοντικούς ή άλλους – και ποικίλους βιολογικούς μηχανισμούς, αναφέρει η έκθεση του ΟΟΣΑ.
Συνέπειες πέρα από την υγεία
Σε όλες τις χώρες υψηλού εισοδήματος, το μήνυμα είναι σαφές: τα επίμονα συμπτώματα μετά τη λοίμωξη δεν αποτελούν μόνο πρόκληση για την υγεία, αλλά και διαρθρωτικό φρένο στην οικονομική δραστηριότητα, σημειώνει η έκθεση.
«Το έμμεσο οικονομικό κόστος της long COVID αναμένεται να ξεπεράσει κατά πολύ το αντίστοιχο κόστος για τα συστήματα υγείας την περίοδο 2025–2035».
Ο ΟΟΣΑ ανέλυσε τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο της long COVID, ο οποίος οφείλεται σε διακοπές απασχόλησης, πρόωρη αποχώρηση από την αγορά εργασίας και μειωμένη παραγωγικότητα.
«Η long COVID θα συνεχίσει να πλήττει τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και την παραγωγικότητα σε μια περίοδο χαμηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και γήρανσης του πληθυσμού», γράφουν οι συγγραφείς της έκθεσης.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, οι προβολές δείχνουν ότι, ανάλογα με τη συνεχιζόμενη κυκλοφορία του ιού, η συχνότητα της long COVID θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί γύρω στο 0,6% έως 1,0% του πληθυσμού των χωρών του ΟΟΣΑ την επόμενη δεκαετία.
Οι προβολές έως το 2035 δείχνουν ότι, ενώ σε ιδιαίτερα αισιόδοξα σενάρια οι απώλειες μπορεί να περιοριστούν σε αμελητέα επίπεδα, πιο ρεαλιστικά σενάρια προβλέπουν επίμονα ετήσια πλήγματα της τάξης του 0,1% έως 0,2% του ΑΕΠ, που θα μπορούσαν να φτάνουν τα 135 δισ. δολάρια (115,38 δισ. ευρώ) τον χρόνο την επόμενη δεκαετία.
Ποια είναι η επόμενη μέρα;
Παρότι τα κλινικά χαρακτηριστικά της long COVID είναι πλέον καλύτερα κατανοητά, οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της μόλις αρχίζουν να καταγράφονται συστηματικά, σημειώνει ο ΟΟΣΑ.
Μόνο σε ό,τι αφορά την υγεία, η έκθεση επισημαίνει ότι η αναγνώριση, η διάγνωση και η φροντίδα των ασθενών παραμένουν άνισες από χώρα σε χώρα.
Οι περισσότερες χώρες δεν διαθέτουν αξιόπιστα, αξιοποιήσιμα δεδομένα για τη long COVID, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά τους να εκτιμήσουν το πραγματικό βάρος της και να σχεδιάσουν αποτελεσματικές πολιτικές παρεμβάσεις, αναφέρει η έκθεση.
Οι συγγραφείς καλούν τις χώρες να δώσουν προτεραιότητα στη συλλογή και δημοσιοποίηση ποιοτικών εθνικών δεδομένων για τη long COVID, ώστε να διαμορφωθούν κατάλληλες πολιτικές απαντήσεις.
Η αξιοποίηση των εμπειριών από τη long COVID θεωρείται κρίσιμη για την ενίσχυση της ετοιμότητας απέναντι σε μελλοντικές πανδημίες, προσθέτει ο ΟΟΣΑ.
«Η αντιμετώπιση της COVID‑19 έδειξε ότι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της λοίμωξης συχνά παραβλέπονταν στα αρχικά στάδια και κινδύνευαν να μείνουν στο περιθώριο καθώς η πανδημία περνούσε στη φάση μετά την οξεία κρίση», σημειώνει η έκθεση.
Σε κάθε μελλοντική πανδημία ή στην περίπτωση εμφάνισης μιας νέας ή πιο επιθετικής παραλλαγής της COVID-19, τονίζουν, η προσοχή στις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπλοκές – καταστάσεις που αποτελούν συνέπεια προηγούμενης νόσου ή τραυματισμού – πρέπει να προβλέπεται και να εντάσσεται στον σχεδιασμό από την έναρξη κιόλας της οξείας φάσης αντιμετώπισης.