Δεν υπάρχουν ακόμη εμβόλια ή θεραπείες για τον ιό Bundibugyo: η ΕΕ διαθέτει 7,4 εκατ. ευρώ με τον ΠΟΥ για ανάπτυξη και ταχεία κλινική δοκιμή.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η UNICEF έστειλαν 100 τόνους ανθρωπιστικής βοήθειας στην επαρχία Ιτούρι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, για να στηρίξουν την αντιμετώπιση της επιδημίας Έμπολα.
Σύμφωνα με τη UNICEF, η αποστολή περιλαμβάνει βασικά φάρμακα, υλικά για την πρόληψη και τον έλεγχο λοιμώξεων, ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό, προμήθειες για τη θεραπεία της χολέρας και της ελονοσίας, καθώς και σκηνές υψηλής αντοχής και συναφές υλικό.
Η βοήθεια, που αναχώρησε τη Δευτέρα από τη Λιέγη στο Βέλγιο, αναμένεται να στηρίξει περίπου 100.000 ανθρώπους που έχουν πληγεί από την επιδημία.
Σύμφωνα με την επίτροπο της ΕΕ για την Ετοιμότητα και τη Διαχείριση Κρίσεων, Χάτζα Λαχμπίμπ, η βοήθεια θα στηρίξει επίσης πέντε εκατομμύρια ανθρώπους που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ανθρωπιστική βοήθεια, εκ των οποίων ένα εκατομμύριο είναι εκτοπισμένοι και «σκορπισμένοι σε περίπου 60 καταυλισμούς».
Στις 17 Μαΐου, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτήρισε τη νέα έξαρση της νόσου Έμπολα που προκαλείται από τον ιό Bundibugyo ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία διεθνούς ενδιαφέροντος.
Παράλληλα, η επίτροπος Λαχμπίμπ δήλωσε ότι αυτή η έξαρση συνιστά «κίνδυνο για την περιοχή, τη χώρα και τις γειτονικές χώρες».
Προς το παρόν δεν υπάρχουν διαθέσιμα εμβόλια ή θεραπείες για τον ιό Bundibugyo. Ωστόσο, η ΕΕ συνεισφέρει 7,4 εκατ. ευρώ στην ανάπτυξη εμβολίων και θεραπειών σε συνεργασία με τον ΠΟΥ, στο πλαίσιο ερευνητικού και αναπτυξιακού σχεδίου που αποσκοπεί στην επιτάχυνση των κλινικών δοκιμών.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η ΕΕ συντονίζει τις προσεγγίσεις της για την πρόληψη και την ετοιμότητα με τα Αφρικανικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, καθώς και με τα κράτη μέλη της ΕΕ μέσω της Επιτροπής Ασφάλειας Υγείας (HSC).
Από την πρώτη καταγεγραμμένη έξαρση το 1976, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έχει βιώσει 17 επιδημίες Έμπολα, εκ των οποίων οι εννέα τα τελευταία 16 χρόνια.
Καθώς η νόσος μεταδίδεται μέσω άμεσης επαφής με σωματικά υγρά συμπτωματικών ασθενών, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων εκτιμά ότι η πιθανότητα μετάδοσης σε ανθρώπους που ζουν στην ΕΕ και τον ΕΟΧ παραμένει χαμηλή.