Το 2013 η Συρία εντάχθηκε στον ΟΑΧΟ και συμφώνησε να αποκαλύψει και να παραδώσει το χημικό της οπλοστάσιο, υπό πίεση Ρωσίας και ΗΠΑ
Ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (ΟΑΧΟ, OPCW), αποκατέστησε την Πέμπτη τα δικαιώματα και τα προνόμια της Συρίας, επικαλούμενος μια «σημαντική αλλαγή των συνθηκών» μετά την πτώση του Μπασάρ αλ-Άσαντ και «συγκεκριμένα βήματα» για την αποσυναρμολόγηση του θανατηφόρου αποθέματός του σε απαγορευμένες ουσίες.
Το 2021, ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων προχώρησε σε μια πρωτοφανή κίνηση, αφαιρώντας από τη Συρία το δικαίωμα ψήφου, αφού διαπίστωσε ότι η αεροπορία της είχε χρησιμοποιήσει το νευροτοξικό αέριο σαρίν και χλώριο εναντίον του ίδιου του πληθυσμού της.
Όμως, μετά την ανατροπή του αλ-Άσαντ το 2024, οι νέες αρχές στη Δαμασκό έχουν δεσμευθεί να συνεργαστούν με τον OPCW για την καταστροφή των χημικών όπλων που ο πρώην πρόεδρος κατηγορούνταν επανειλημμένα ότι χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια του 13ετούς εμφυλίου πολέμου στη Συρία.
Η νέα συριακή κυβέρνηση έχει «δεσμευθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της Συρίας στο πλαίσιο της Σύμβασης (για τα Χημικά Όπλα) και... έκτοτε έχει προβεί σε συγκεκριμένα βήματα συνεργασίας... για την επίτευξη αυτού του στόχου», ανέφερε ο OPCW σε ανακοίνωσή του .
Η απόφαση «σηματοδοτεί ένα ακόμη ορόσημο στις προσπάθειες του OPCW για την πλήρη και επαληθευμένη εξάλειψη όλων των εναπομεινάντων χημικών όπλων που συνδέονται με την πρώην συριακή κυβέρνηση», δήλωσε ο γενικός διευθυντής του οργανισμού, Φερνάντο Αρίας.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Συρίας χαιρέτισε την Πέμπτη την απόφαση, υπογραμμίζοντας ότι «αντανακλά την εμπιστοσύνη της διεθνούς κοινότητας στη μεταμόρφωση που έχει υποστεί η Συρία και στις προσπάθειες των θεσμών της να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους».
Επανέλαβε επίσης τη «δέσμευση της Συρίας να συνεχίσει την πλήρη και διαφανή συνεργασία» με τον OPCW και ευχαρίστησε τις χώρες που στήριξαν την απόφαση για την αποκατάστασή της, ιδίως το Κατάρ, «για τις διπλωματικές του προσπάθειες, που συνέβαλαν στην επίτευξη συναίνεσης».
Το 2013, η Συρία συμφώνησε να ενταχθεί στον OPCW και να γνωστοποιήσει και να παραδώσει το τοξικό της οπλοστάσιο, υπό την πίεση της Ρωσίας και των ΗΠΑ και για να αποτραπεί η απειλή αεροπορικών πληγμάτων από την Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της.
Αυτό συνέβη μετά από μια ύποπτη χημική επίθεση στην ανατολική Γκούτα, προάστιο της Δαμασκού, η οποία, σύμφωνα με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, σκότωσε περισσότερους από 1.000 ανθρώπους και αποδόθηκε στην κυβέρνηση της Συρίας, η οποία αρνήθηκε την εμπλοκή της και κατηγόρησε τους αντάρτες.
Ωστόσο, το καθεστώς αλ-Άσαντ δεν δήλωσε το σύνολο του προγράμματός του και επιχείρησε να παραπλανήσει τους επιθεωρητές.
Η κυβέρνηση μετά τον Άσαντ έχει επιτρέψει στους επιθεωρητές του OPCW να εγκαταστήσουν μόνιμη παρουσία στη χώρα, ώστε να καταγράφουν τα ύποπτα σημεία χημικών όπλων και να παίρνουν καταθέσεις μαρτύρων για παλαιότερες επιθέσεις.
Ο Αρίας έχει επισκεφθεί τη Συρία και Σύροι αξιωματούχοι έχουν απευθυνθεί στον OPCW στην έδρα του στη Χάγη.
Ο OPCW, στην ανακοίνωσή του, χαιρέτισε την «απτή πρόοδο» που έχει σημειωθεί και προέτρεψε τη Δαμασκό να συνεχίσει να συνεργάζεται «ώστε να κλείσει ο φάκελος των χημικών όπλων που κληρονομήθηκε από το πρώην καθεστώς».