Η αυξανόμενη επιρροή της καπνοβιομηχανίας στις Βρυξέλλες δοκιμάζει την ευρωπαϊκή πολιτική δημόσιας υγείας, μπλοκάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες και οξύνει τη σύγκρουση γύρω από τα νέα προϊόντα νικοτίνης.
Οι ευρωβουλευτές υποκύπτουν ολοένα περισσότερο στην επιρροή του λόμπι της καπνοβιομηχανίας.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Integrity Watch της Διεθνούς Διαφάνειας, οι συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων της καπνοβιομηχανίας και ευρωβουλευτών αυξήθηκαν κατά 57%, από 14,7 κατά μέσο όρο τον μήνα σε 23 έως τον Ιούνιο του 2026. Η βάση δεδομένων, η οποία συγκεντρώνει τις συναντήσεις που δηλώνουν οι ίδιοι οι ευρωβουλευτές και δημοσιεύονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δείχνει ότι οι καπνοβιομηχανίες και οι συνδεδεμένες με αυτές οργανώσεις ασκούν συστηματικά πιέσεις στους νομοθέτες για ζητήματα που εκτείνονται από το άτμισμα και τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού έως τη φορολογία και τον έλεγχο του καπνίσματος.
Η καπνοβιομηχανία έχει εξελιχθεί σε μία από τις ισχυρότερες και καλύτερα χρηματοδοτούμενες δυνάμεις εταιρικού lobbying στις Βρυξέλλες, την ώρα που η ΕΕ προωθεί τον στόχο της για τη δημιουργία μιας «γενιάς χωρίς καπνό» έως το 2040, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού σχεδίου για την καταπολέμηση του καρκίνου.
Εκτιμάται ότι ο κλάδος δαπανά ετησίως από 8 έως 10 εκατομμύρια ευρώ για την άμεση άσκηση πιέσεων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και απασχολεί περισσότερους από 100 εγγεγραμμένους λομπίστες, οι οποίοι έχουν ως αντικείμενο την επιρροή στη χάραξη πολιτικής. Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται εταιρείες δημοσίων σχέσεων, δικηγορικά γραφεία, συμβουλευτικές εταιρείες και δεξαμενές σκέψης που υποστηρίζονται από τη βιομηχανία και εργάζονται για λογαριασμό της.
Οργανώσεις προάσπισης της δημόσιας υγείας υποστηρίζουν ότι αυτή η τεράστια πρόσβαση δημιουργεί έντονη ανισορροπία μεταξύ των εμπορικών συμφερόντων και των φορέων που εκπροσωπούν τη δημόσια υγεία. Σε μία κρίσιμη περίοδο νομοθετικών διαβουλεύσεων, για παράδειγμα, οι ΜΚΟ δημόσιας υγείας εξασφάλισαν μόλις 12 συναντήσεις με ευρωβουλευτές με επιρροή, ενώ μόνο η Philip Morris International πραγματοποίησε 121.
«Αν εξετάσουμε συγκεκριμένα τους 20 βασικούς αποδέκτες του lobbying της καπνοβιομηχανίας, διαπιστώνουμε ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν ΜΚΟ. Επομένως, είναι σαφές ότι έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση», δήλωσε στο Euronews ο Ραφαέλ Κεργκενό, ανώτερος υπεύθυνος πολιτικής της Transparency International EU.
Στο επίκεντρο αυτής της εκστρατείας lobbying βρίσκονται οι μεγαλύτερες καπνοβιομηχανίες στον κόσμο — Philip Morris International, British American Tobacco, Japan Tobacco International και Imperial Brands — μαζί με εμπορικές ενώσεις όπως η Tobacco Europe και οργανώσεις πίεσης όπως η World Vapers' Alliance.
«Προφανώς, όταν υπάρχουν τόσες πολλές συναντήσεις, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει και ενδιαφέρον να επηρεαστεί η νομοθεσία», δήλωσε ο Κεργκενό.
Παρότι κάθε εταιρεία επιδιώκει τις δικές της εμπορικές προτεραιότητες, σε γενικές γραμμές ζητούν χαμηλότερη φορολογία και ηπιότερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα νέα προϊόντα νικοτίνης, όπως τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού, οι συσκευές ατμίσματος και τα σακουλάκια νικοτίνης.
Σύμφωνα με τον Κεργκενό, «το άτμισμα είναι ένα από τα βασικά θέματα του lobbying. Αν δει κανείς τις συναντήσεις, το άτμισμα επανέρχεται διαρκώς ως θέμα. Είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν από τους βασικούς τομείς, με στόχο να επηρεαστεί το ρυθμιστικό πλαίσιο γύρω από το άτμισμα».
Οι καπνοβιομηχανίες επιδιώκουν επίσης να αντιταχθούν σε μέτρα όπως η απαγόρευση αρωματικών ουσιών, η ουδέτερη συσκευασία, τα αυστηρότερα συστήματα ιχνηλασιμότητας και οι υψηλότεροι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα συμβατικά τσιγάρα.
Ένα πολιτικό κείμενο που δεν άρεσε σε κανέναν
Οι συναντήσεις αυτές συνέβαλαν στην αλλοίωση και την εκτροπή δύο σημαντικών νομοθετικών πλαισίων: της Οδηγίας για τη Φορολογία των Προϊόντων Καπνού (TTD) και του επικείμενου πλαισίου για τον έλεγχο του καπνίσματος.
Στις 17 Ιουνίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε την TTD με 439 ψήφους έναντι 181, καθώς το τελικό κείμενο κρίθηκε υπερβολικά αντιφατικό. Σε αυτό συνέβαλε εν μέρει η έκθεση Κούμπιν, ένα αμφιλεγόμενο νομοθετικό σχέδιο που ενσωμάτωνε επιχειρήματα της καπνοβιομηχανίας στην οδηγία, προτείνοντας δραστικά μειωμένους ελάχιστους φορολογικούς συντελεστές για τα προϊόντα ατμίσματος και τα σακουλάκια νικοτίνης.
«Η έκθεση Κούμπιν, που εγκρίθηκε τον περασμένο μήνα από την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON), πρότεινε ουσιαστικά την αποδυνάμωση της πρότασης της Επιτροπής. Το κείμενο περιλάμβανε αρκετά προβληματικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και μια προσέγγιση “λιγότερη βλάβη, λιγότερος φόρος”... Συνολικά, αντανακλούσε πάγιες θέσεις της καπνοβιομηχανίας περί “μείωσης της βλάβης”, παραβλέποντας παράλληλα τον αυξανόμενο όγκο ανεξάρτητων στοιχείων σχετικά με τον εθισμό στη νικοτίνη, τη χρήση από νέους και τους κινδύνους που συνδέονται με τα νέα προϊόντα», εξήγησε σε ανακοίνωσή της η Έριν Ρόμαν, διευθύντρια της Smoke Free Partnership.
«Η απουσία εγκεκριμένης γνωμοδότησης είναι προτιμότερη από μια αποδυναμωμένη θέση που αναπαράγει άμεσα το πλαίσιο επιχειρηματολογίας της βιομηχανίας, δημιουργώντας μια σημαντική ευκαιρία να αποκατασταθεί η φιλοδοξία της Οδηγίας για τη Φορολογία των Προϊόντων Καπνού στον τομέα της δημόσιας υγείας. Η τελική νομοθεσία πρέπει να οδηγήσει σε ουσιαστικές αυξήσεις των τιμών, μεγαλύτερη σύγκλιση μεταξύ των κρατών-μελών και αποτελεσματική φορολόγηση όλων των προϊόντων καπνού και νικοτίνης, ώστε να προστατευθούν οι νέοι στην Ευρώπη και να περιοριστούν οι βλάβες που συνδέονται με τον καπνό», πρόσθεσε.
Ο Τόμας Κούμπιν, ευρωβουλευτής των Πατριωτών για την Ευρώπη και εισηγητής της πρότασης, εξέφρασε επίσης την άποψή του στο Euronews: «Με την αύξηση των φόρων δεν θα σώσετε τον κόσμο. Θέλω να πω, δεν θα εμποδίσετε τους ανθρώπους να καπνίζουν. [...] Αν ακολουθήσουμε την πρόταση της Επιτροπής, τότε σε όλα τα κράτη τα φορολογικά έσοδα θα αρχίσουν να μειώνονται και το παράνομο εμπόριο — κυρίως το λαθρεμπόριο, αλλά και τα παραποιημένα προϊόντα — θα αυξηθεί».
Η έκθεση που έφτασε στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν αποτελούσε πλέον μια συνεκτική πρόταση. Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, το αρχικό σχέδιο της Επιτροπής είχε τροποποιηθεί εκτενώς ώστε οι αυξήσεις των φόρων να γίνουν πιο σταδιακές, ιδιαίτερα για τα νεότερα προϊόντα νικοτίνης, όπως τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού και τα σακουλάκια νικοτίνης.
Οργανώσεις δημόσιας υγείας υποστήριξαν ότι οι αλλαγές αυτές αποδυνάμωσαν την πρόταση, εισάγοντας μια προσέγγιση «λιγότερη βλάβη, λιγότερος φόρος» και παρέχοντας ευνοϊκότερη μεταχείριση σε νέα προϊόντα, όπως τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, σε σχέση με ό,τι προβλεπόταν αρχικά.
Μετά την απόρριψη από το Κοινοβούλιο, η TTD έχει ουσιαστικά περιέλθει σε αδιέξοδο, αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είτε να καταρτίσει μια εντελώς νέα νομοθετική πρόταση είτε να περιμένει από το Συμβούλιο της ΕΕ, δηλαδή τα κράτη-μέλη, να επιχειρήσει να επαναφέρει τις διαπραγματεύσεις για τη φορολογία υπό κάποια μελλοντική προεδρία.