Euronews is no longer accessible on Internet Explorer. This browser is not updated by Microsoft and does not support the last technical evolutions. We encourage you to use another browser, such as Edge, Safari, Google Chrome or Mozilla Firefox.

Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Η μάχη ενάντια στην φυματίωση και η αναζήτηση νέων πιο αποτελεσματικών θεραπειών

Η μάχη ενάντια στην φυματίωση και η αναζήτηση νέων πιο αποτελεσματικών θεραπειών
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Η φυματίωση συνεχίζει να σκοτώνει αθόρυβα.Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 2016, περισσότεροι από 10 εκατομμύρια άνθρωποι διαγνώστηκαν με την ασθένεια. Πέρσι, περίπου 1,8 εκατομμύρια άτομα πέθαναν από αυτήν. Η φυματίωση είναι ανάμεσα στις 10 κυριότερες αιτίες θανάτου παγκοσμίως.

Οι ιατροί αναζητούν νέα εργαλεία αντιμετώπισής της. Πιο σύντομες και πιο αποτελεσματικές θεραπείες. Και αυτός είναι ο στόχος του ερευνητικού προγράμματος Panacea, στο οποίο συνεργάζονται ευρωπαίοι και αφρικανοί επιστήμονες.

Ένα από τα νοσοκομεία όπου γίνεται η ερευνητική εργασία είναι στη βόρεια Τανζανία.

Βρισκόμαστε στο Κιμπόνγκ ότο. 70 ασθενείς που πάσχουν από φυματίωση έχουν κάνει τους τελευταίους μήνες το νοσοκομείο σπίτι τους.

Μερικοί είναι σε ολοκληρωτική απομόνωση, καθώς είναι πολύ υψηλή η πιθανότητα μετάδοσης της νόσου. Άλλοι βρίσκονται σε θαλάμους, περιμένοντας την θεραπεία. Μερικοί έχουν νοσηλευτεί αρκετές φορές εδώ.

«Την πρώτη φορά που νοσηλεύτηκα, μου είχαν δώσει κάτι δισκία. Δεν θυμάμαι πώς τα έλεγαν. Την πρώτη φορά δεν μου έκαναν ενέσεις. Τη δεύτερη φορά όμως μου έκαναν 56 ενέσεις. Κάθε μέρα, νωρίς το πρωί, μου έκαναν μια ένεση» αναφέρει ο ασθενής Ασαντεράμπι Σουάι.

Η κανονική θεραπεία αποτελείται από έναν συνδυασμό 4 διαφορετικών φαρμάκων.

«Είμαι 800 χλμ μακριά από το σπίτι και τα έξι παιδιά μου. Δεν μπορώ να τα συναντήσω. Πρέπει να συνεχίσω τη θεραπεία εδώ» αναφέρει η ασθενής Μαριάμ Μουκάτζε.

Οι θεραπείες που έχουν μεγάλη διάρκεια, έχουν συνήθως αρκετές παρενέργειες και οδηγούν στην ανάπτυξη πιο ανθεκτικών βακτηρίων. Το κόστος είναι δυσβάστακτο για τους ασθενείς, τις οικογένειές τους και το σύστημα υγείας.

«Η διάρκεια της θεραπείας είναι πολύ μεγάλη. Όταν κάποιος έχει φυματίωση, υπάρχει οικονομική υποστήριξη για την αγορά φαρμάκων. Αλλά το σύστημα δεν υποστηρίζει τους ασθενείς, όσον αφορά στα έξοδά τους. Πολλοί ασθενείς δεν καταφέρνουν να νοσηλευτούν στις μονάδες υγείας και να δεχτούν αυτές τις θεραπείες για έξι μήνες. Αυτή η έρευνα μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός φαρμάκου ενάντια στο βακτήριο» τόνισε η Στέλλα Τζορτζ Μπαγκάμα, ειδική σε θέματα μεταδοτικών ασθενειών του Νοσοκομείο Μεταδοτικών Νοσημάτων στο Κιμπόνγκ ότο.

Για να μικρύνει τη διάρκεια της θεραπείας, το συγκεκριμένο νοσοκομείο συνεργάζεται με την ερευνητική μονάδα, που βρίσκεται κοντά.

Οι κλινικές δοκιμές που γίνονται εδώ περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα Panacea, που γίνεται κάτω από την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Συνεργασίας για την Ανάπτυξη Κλινικών Δοκιμών (European Developing Clinical Trial Partnership

Οι ασθενείς δέχονται μεγαλύτερες δόσεις από διαφορετικές ουσίες για να δουν οι επιστήμονες αν το βακτήριο μπορεί να εξαλειφθεί γρηγορότερα. Αυτό που διασφαλίζουν πάνω από όλα είναι η υγεία και η αντοχή του ασθενή στα φάρμακα.

«Πρώτα βλέπουμε αν το βακτήριο είναι ανθεκτικό στα αντιβιοτικά ή δεκτικό σ’ αυτά. Μετά κάνουμε καλλιέργειες αυτών των βακτηρίων για περαιτέρω ανάλυση. Όλα τα δείγματα είναι από το νοσοκομείο» υπογραμμίζει η Σαούμου Πάζια, βιοτεχνολόγος στο Ινστιτούτο Κλινικών Ερευνών του Κιλιμάντζαρο.

Οι κλινικές δοκιμές έχουν δείξει μέχρι τώρα ότι τριπλασιάζοντας τη δόση ενός από τα φάρμακα που μελετούν οι επιστήμονες, της ριφαμπικίνης, μπορούν να επιταχύνουν με ασφάλεια την εξάλειψη του βακτηρίου.

«Προσπαθούμε να αξιολογήσουμε πώς διαχέεται το φάρμακο στο ανθρώπινο σώμα και πώς καταπολεμά το μικρόβιο» τονίζει η Μπλαντίνα Τεοφίλ Μπάγκα, διευθύνουσα σύμβουλος στο Ινστιτούτο Κλινικών Ερευνών του Κιλιμάντζαρο.

Το πρότζεκτ συντονίζει αυτό το νοσοκομείο στο Γκρόσμπεεκ στην Ολλανδία. Τα περιστατικά φυματίωσης στην Ε.Ε. είναι πολύ λιγότερα από αυτά στην Αφρική.

Παρόλα αυτά φιλοξενούνται εδώ μερικοί ασθενείς που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια της νόσου.

«Έκανα πολλά διαφορετικά τεστ και οι γιατροί με έκαναν καλά. Μετά όμως με ξαναχτύπησε η αρρώστια και έπρεπε να αυξήσουν τη δόση φαρμάκων» αναφέρει ο Νταζάντ Χάρπαλ.

Το πρότζεκτ προχωρά τώρα σε έναν νέο κύκλο κλινικών δοκιμών που γίνονται χάρις σε βελτιωμένους μικροβιολογικούς δείκτες και τεχνικές. Το ρίσκο βέβαια παραμένει μεγάλο, ομολογούν οι επιστήμονες.

«Τα υπάρχοντα προγράμματα προσπαθούν να θεραπεύσουν τους ασθενείς μέσα σε 6 μήνες. Φανταστείτε τι θα γινόταν, αν οι θεραπείες ήταν 3 ή 4 μήνες. Τι θα σήμαινε αυτή η μείωση, όσον αφορά στο κόστος, στο χρόνο του προγράμματος και στην αποδέσμευση των ασθενών. Γιατί είναι σίγουρο ότι οι ασθενείς θα συμμετέχουν πολύ περισσότερο στο πρόγραμμα αν ξέρουν ότι ότι η θεραπεία κρατά 3 και όχι 6 μήνες» επισημαίνει ο Μάρτιν Μπέρε, επίκουρος καθηγητής αναπνευστικών ασθενειών στο Ραντμπουντούμκ και συντονιστής του πρότζεκτ Panacea.

Στόχος των επιστημόνων είναι να συμμετάσχουν 800 ασθενείς από έξι αφρικανικές χώρες στη δεύτερη φάση.

Όσον αφορά τις προηγούμενες δοκιμές, οι ερευνητές θέλουν να μελετήσουν πώς αντιδρούν οι ασθενείς σε υψηλότερες δόσεις των υπαρχόντων φαρμάκων. Παράλληλα θέλουν να ελέγξουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των νέων σκευασμάτων.

«Θέλουμε να μάθουμε πόση ακριβώς ποσότητα του φαρμάκου που παίρνει ο ασθενής φτάνει πραγματικά στο αίμα. Και χρειάζεται επίσης να ξέρουμε την ποσότητα του φαρμάκου που είναι στο αίμα. Μετρώντας λοιπόν το δείγμα αίματος που έχουμε, μπορούμε να υπολογίσουμε καλύτερα τι συμβαίνει στο σημείο της μόλυνσης» αναφέρει η Λίντσεϊ τε Μπράκε, ειδική σε θέματα φαρμακολογίας της φυματίωσης στο Ραντμπουντούμκ.

Το πρότζεκτ εξετάζει επίσης τώρα τρόπους για να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής αυτών των κλινικών δοκιμών σε αφρικανικές χώρες που έχουν χτυπηθεί από την αρρώστια. Η δυνατότητα είναι περιορισμένη μέχρι σήμερα, γιατί υπάρχουν ελάχιστες μονάδες για έρευνα και προσωπικό για να τις στελεχώσει. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στο Μαλάουι, μία από τις πιο φτωχές χώρες στον κόσμο.

Κάθε μέρα, περίπου 50 άτομα έρχονται σ’ αυτή την κλινική στα νότια της χώρας, με εμφανή τα σημάδια της ασθένειας.Όπως παντού στην Αφρική, ο ιός HIV είναι σημαντικός παράγοντας για τη φυματίωση.

Το βακτήριο της φυματίωσης μπορεί να βρίσκεται σε «ύπνωση» στο σώμα για χρόνια, περιμένοντας την ιδανική στιγμή για να εκδηλωθεί.

Οι φορείς του ιού HIV έχουν τόσο αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα που δεν μπορούν να αντιδράσουν στο βακτήριο της φυματίωσης, όταν αυτό εμφανίζεται.

«Ερχόμουν για θεραπεία για τον HIV. Δεν έκανα τίποτε για πολύ καιρό. Μετά, όταν ξεκίνησα ξανά τη θεραπεία εδώ στην κλινική, οι γιατροί ανακάλυψαν ότι είχα συμπτώματα φυματίωσης» υπογραμμίζει ο ασθενής Χένρι Φρίλερ Μπάντα.

«Σε κάποιον που είναι θετικός στον HIV, οποιοσδήποτε βήχας, όση διάρκεια κι αν έχει είναι ένδειξη για φυματίωση. Και αυτό μαζί με συμπτώματα όπως απώλεια βάρους ή νυχτερινές εφιδρώσεις μας οδηγεί να ψάξουμε για το μικρόβιο της φυματίωσης» εξηγεί ο Κρίστογερ Κούνγκα, κλινικός γιατρός στο Κέντρο Υγείας Ντιράντε.

Η χώρα έχει έλλειψη βασικών ιατρικών μέσων για την αντιμετώπιση της αρρώστιας. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν μόνο δύο μηχανήματα για ακτινογραφίες, στην Μπαλντάιρ που έχει 1 εκατομμύριο κατοίκους.

«Στο Μαλάουι, η συχνότητα της ασθένειας είναι 160 κρούσματα στους 100.000 κατοίκους. Είναι πολύ μεγάλο το πρόβλημα. Αυτό που ενισχύει την αρρώστια στην χώρα είναι η φτώχεια και ότι πολλοί άνθρωποι ζουν συνωστισμένοι στο ίδιο μέρος» τονίζει ο Μάριοτ Νιλιγουάσα, ειδικός σε θέματα μεταδοτικών ασθενειών στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μαλάουι.

Ο στόχος του προγράμματος στο Μαλάουι είναι η επέκταση των γνώσεων σε σχέση με την φυματίωση και η εξειδίκευση ιατρών, ώστε να μπορούν να την αντιμετωπίσουν.

Το θέμα είναι βέβαια να υπάρξουν μεγαλύτερες ερευνητικές και κλινικές δυνατότητες.

«Για να δημιουργήσουμε εξειδίκευση, πρέπει να βρούμε νέους γιατρούς στο Μαλάουι που να έχουν ενδιαφέρον για έρευνα και θα μπορούν να μείνουν σ’ αυτόν τον τομέα. Πρέπει όμως κάτι να τους ενθουσιάσει για να κάνουν αυτό που κάνουν και να έχουν καλές οικονομικές απολαβές» επισημαίνει η Ελίζαμπεθ Κόρμπετ, κλινική επιδημιολόγος στο Σχολή Υγιεινής και Τροπικών Ασθενειών του Λονδίνου.

Και τι περιμένουν οι ασθενείς από αυτή την ερευνητική προσπάθεια;

Ο Ντέιβι Τσιγουέρε είναι 47 ετών. Το 2016 διεγνώσθη με φυματίωση. Ελπίζει ότι οι μελλοντικοί ασθενείς δεν θα περάσουν τη δική του δοκιμασία:

«Δεν μπορούσα να δουλέψω για 6 μήνες. Δεν πληρωνόμουν. Η οικογένειά μου έζησε χάρις στην γενναιοδωρία κάποιων φίλων. Θεραπείες μικρότερες των 6 μηνών θα έχουν τεράστια διαφορά».

Μέσα από αυτό το πρότζεκτ, οι ερευνητές φιλοδοξούν να συμβάλλουν στον στόχο που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, για μείωση κατά 80% των κρουσμάτων φυματίωσης, μέχρι το 2030.