Το ευρώ υποχώρησε σε χαμηλό 17 μηνών, καθώς οι φόβοι για γαλλικό χρέος και το ενεργειακό σοκ στην Ευρώπη πιέζουν το νόμισμα, περιορίζοντας νέες αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ. Αναλυτές εκτιμούν πτώση έως 1,10 δολάρια αν ενταθούν οι πιέσεις.
Στις αρχές της χρονιάς, το ευρώ ήταν από τα πιο δημοφιλή στοιχήματα στις διεθνείς αγορές. Οι επενδυτές περίμεναν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα συνέχιζε να αυξάνει τα επιτόκια, ενώ το δολάριο έχανε την αίγλη του, και στα τέλη Ιανουαρίου το ενιαίο νόμισμα ξεπέρασε το 1,20 δολάριο.
Εννέα μήνες αργότερα, αυτή η αυτοπεποίθηση έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Το ενιαίο νόμισμα συμπλήρωσε τέσσερις συνεχόμενες εβδομάδες απωλειών και νωρίτερα αυτή την εβδομάδα υποχώρησε έως και στο 1,116 δολάριο, στο χαμηλότερο επίπεδο έναντι του δολαρίου από τον Μάιο του 2025.
Πίσω από αυτήν την πτώση βρίσκονται δύο κρίσεις που εκδηλώνονται ταυτόχρονα: ένα ενεργειακό σοκ που η Ευρώπη δεν μπορεί να ελέγξει και ένας γαλλικός προϋπολογισμός που κανείς δεν φαίνεται να μπορεί να εγκρίνει.
Μαζί έχουν αλλάξει ριζικά την εικόνα που έχουν οι επενδυτές για το ευρώ και πλέον στοιχηματίζουν εναντίον του σε κλίμακα χωρίς προηγούμενο.
Γιατί λοιπόν πέφτει το ευρώ και πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει;
Ένας λογαριασμός φυσικού αερίου που συνεχώς φουσκώνει
Το πρώτο πρόβλημα είναι η ενέργεια, και ξεκινά από τα Στενά του Χορμούζ.
Οι μεταφορές υγροποιημένου φυσικού αερίου μέσω των στενών έχουν σε μεγάλο βαθμό διακοπεί από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος με το Ιράν, στα τέλη Φεβρουαρίου.
Η Ευρώπη εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου που καταναλώνει, και έτσι αναγκάζεται να ανταγωνιστεί για τα φορτία που εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα.
Η τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου TTF της Ολλανδίας διαμορφώθηκε αυτή την εβδομάδα γύρω στα 73 ευρώ ανά μεγαβατώρα, περίπου 120% υψηλότερα σε σχέση με πριν από έναν χρόνο.
Η εικόνα των αποθεμάτων δεν προσφέρει ιδιαίτερη παρηγοριά.
Στις 2 Οκτωβρίου, οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου ήταν γεμάτες κατά 71,5%, έναντι 82,6% ένα χρόνο πριν, ενώ ο χειμώνας απέχει μόλις λίγες εβδομάδες.
Το Brent, το παγκόσμιο σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο, διαπραγματευόταν την Τρίτη κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Από την αρχή της χρονιάς έχει ενισχυθεί πάνω από 60%.
Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας περνούν πλέον στις τιμές καταναλωτή.
Ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ εκτινάχθηκε τον Σεπτέμβριο στο 3,8% από 3,2% τον Αύγουστο, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2023, σύμφωνα με την Eurostat. Μόνο οι τιμές ενέργειας αυξήθηκαν κατά 18,8% σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Όταν ο υψηλός πληθωρισμός παύει να βοηθά ένα νόμισμα
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτή η εξέλιξη θα ευνοούσε το ευρώ.
Ο υψηλότερος πληθωρισμός πιέζει μια κεντρική τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια, και τα υψηλότερα επιτόκια προσελκύουν επενδυτές που αναζητούν καλύτερη απόδοση για τα κεφάλαιά τους.
Αυτή τη φορά, όμως, αυτή η λογική δεν λειτούργησε.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου, οι αγορές προεξοφλούσαν περίπου τρεις και μισές ακόμη αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ. Σήμερα προεξοφλούν γύρω στις δυόμισι.
Την περασμένη εβδομάδα, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έριξε «κρύο νερό» σε αυτά τα στοιχήματα.
Τόνισε ότι η άνοδος του κόστους δανεισμού ήδη επιβραδύνει την οικονομία και ότι δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις πως οι τιμές ενέργειας μεταφέρονται στους μισθούς.
Κάλεσε την ΕΚΤ να αντιδράσει με σύνεση και μέτρο.
Ο Ενρίκε Ντίαθ-Άλβαρεθ, επικεφαλής οικονομολόγος της Ebury, δήλωσε ότι η έκπληξη του πληθωρισμού τον Σεπτέμβριο «δεν βοήθησε καθόλου το κοινό νόμισμα», ιδίως μετά τις δηλώσεις Λαγκάρντ, «που κατέστησαν σαφές ότι ο πήχης για μια αύξηση επιτοκίων τον Οκτώβριο από το Διοικητικό Συμβούλιο είναι πλέον εξαιρετικά ψηλά».
Έτσι, το ευρώ βρέθηκε να υφίσταται το κόστος του υψηλού πληθωρισμού, χωρίς όμως να απολαμβάνει το όφελος από υψηλότερα επιτόκια.
Για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, οι συνέπειες ξεπερνούν τις κινήσεις στις αγορές συναλλάγματος. Ένα ασθενέστερο ευρώ αυξάνει το κόστος των εισαγωγών που τιμολογούνται σε δολάρια, ενδεχομένως ενισχύοντας το ενεργειακό σοκ που ήδη συμπιέζει την αγοραστική δύναμη.
Πώς ο γαλλικός προϋπολογισμός επηρεάζει το νόμισμα
Το δεύτερο πλήγμα ήρθε από το Παρίσι.
Οι επενδυτές ζητούν πλέον πολύ μεγαλύτερη απόδοση για να δανείσουν τη Γαλλία απ’ ό,τι τη Γερμανία.
Την Παρασκευή, η διαφορά στο κόστος δανεισμού δεκαετούς διάρκειας μεταξύ των δύο χωρών έκλεισε πάνω από 1,4 ποσοστιαίες μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της ευρωζώνης το 2011-2012.
Ο προϋπολογισμός του πρωθυπουργού Σεμπαστιέν Λεκορνύ για το 2027, που προβλέπει εξοικονομήσεις 43 δισ. ευρώ, εξακολουθεί να μην διαθέτει πλειοψηφική στήριξη στο κοινοβούλιο.
Ο διοικητής της Banque de France Εμανουέλ Μουλέν προειδοποίησε την Τρίτη ότι η χώρα κινδυνεύει να «πνιγεί από τα επιτόκια» αν δεν αντιμετωπίσει τα δημόσια οικονομικά της.
Ο Φραντσέσκο Πεζόλε, στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος στην ING, περιγράφει δύο τρόπους με τους οποίους αυτό πλήττει το ευρώ.
Ο πρώτος είναι άμεσος.
Όταν μια μεγάλη χώρα της ευρωζώνης εμφανίζεται πιο επικίνδυνη, οι επενδυτές ζητούν λίγο υψηλότερη απόδοση για να κρατούν οτιδήποτε είναι σε ευρώ, ενώ ορισμένοι επιλέγουν απλώς να μειώσουν την έκθεσή τους σε αυτό.
«Με την αβεβαιότητα γύρω από τα δημόσια οικονομικά αυξημένη, τη πολιτική ρητορική να γίνεται πιο σκληρή και τα σενάρια πολιτικής που υπό άλλες συνθήκες θα έμεναν στο περιθώριο να συζητούνται πλέον πιο ανοιχτά, η αγορά έχει μεγαλύτερο περιθώριο να ζητήσει υψηλότερη απόδοση», δήλωσε ο Κεν Έιγκαν, επικεφαλής για την ευρωπαϊκή κρατική πιστοληπτική αξιολόγηση στην KBRA.
Ο δεύτερος είναι έμμεσος.
Όσο μεγαλύτερη είναι η ένταση στις αγορές κρατικών ομολόγων, τόσο λιγότερο πιθανό είναι η ΕΚΤ να συνεχίσει τις αυξήσεις επιτοκίων και να προσθέσει επιπλέον πίεση.
Η Άνα Μουνέρα, διευθύντρια στρατηγικής παγκόσμιων αγορών στη BBVA, περιέγραψε το δίλημμα της ΕΚΤ ως «σαφή διχοτομία» ανάμεσα στη περαιτέρω σύσφιξη της πολιτικής μετά την έκπληξη στον πληθωρισμό και στην ανάγκη για παύση ώστε να καταλαγιάσουν οι κίνδυνοι στην περιφέρεια της ευρωζώνης.
«Μια παύση από την πλευρά της ΕΚΤ θα επιβάρυνε το ευρώ από την άποψη των διαφορών επιτοκίων, αν και η σταθεροποίηση των αγορών χρέους θα επανέφερε ροές προς το νόμισμα», είπε.
Η Ισπανία πρόσθεσε αυτή την εβδομάδα μια δεύτερη διάσταση πολιτικού κινδύνου, όταν ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου.
Ρεκόρ στοιχημάτων εναντίον του ευρώ
Το πιο καθαρό σημάδι του πόσο έχει αλλάξει το κλίμα προκύπτει από τα στοιχεία των αμερικανικών αγορών παραγώγων.
Κάθε εβδομάδα, η αμερικανική Commodity Futures Trading Commission (CFTC) δημοσιεύει πώς είναι τοποθετημένοι οι επενδυτές στο ευρώ. Μια «short» θέση είναι στοίχημα ότι το νόμισμα θα υποχωρήσει.
Την εβδομάδα έως τις 29 Σεπτεμβρίου, οι κερδοσκοπικοί επενδυτές κρατούσαν 301.439 συμβόλαια «short» στο ευρώ, τον υψηλότερο αριθμό που έχει καταγραφεί στα στοιχεία της CFTC.
Κάθε συμβόλαιο αντιστοιχεί σε 125.000 ευρώ, οπότε τα στοιχήματα φτάνουν συνολικά περίπου τα 38 δισ. ευρώ.
Η καθαρή τους θέση, δηλαδή τα στοιχήματα σε πτώση μείον τα στοιχήματα σε άνοδο, ήταν «short» κατά 63.256 συμβόλαια. Πρόκειται για τη πιο αρνητική τοποθέτηση από τον Απρίλιο του 2025.
Πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει;
Οι τράπεζες διχάζονται ανάμεσα σε όσες βλέπουν μπροστά τους κι άλλες απώλειες και σε όσες θεωρούν ότι οι πωλήσεις έχουν ήδη ξεπεράσει το όριο.
Ο Πεζόλε της ING βλέπει περιθώριο για νέες απώλειες αν η αγορά γαλλικών ομολόγων επιδεινωθεί ξανά.
«Το δημοσιονομικό ασφάλιστρο κινδύνου παραμένει σχετικά περιορισμένο, αφήνοντας περιθώριο στο ευρώ/δολάριο να δοκιμάσει το 1,110 ή ακόμη και το 1,100 αν ενταθεί η πίεση στην αγορά ομολόγων», είπε.
Η Danske Bank εκτιμά ότι η πτώση θα έχει διάρκεια.
«Το ευρώ/δολάριο έπιασε νωρίτερα από το αναμενόμενο τον 12μηνο στόχο μας για 1,12, αλλά θεωρούμε ότι η πτωτική τάση θα συνεχιστεί μέχρι το 2027», ανέφερε η τράπεζα.
Υποστηρίζει ότι η μάχη της Ευρώπης με τις υψηλές τιμές ενέργειας αφήνει την ΕΚΤ εγκλωβισμένη ανάμεσα στην προστασία των δημόσιων οικονομικών και την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.
Η Μουνέρα της BBVA εμφανίζεται λιγότερο απαισιόδοξη βραχυπρόθεσμα.
«Η τιμωρία του ευρώ ήταν υπερβολικά αυστηρή, κατά τη γνώμη μας, και τα τρέχοντα επίπεδα αρχίζουν να μοιάζουν υπερβολικά», είπε. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμά ότι το ευρώ θα διαπραγματεύεται πολύ κάτω από τα πρόσφατα υψηλά του, καθώς η εικόνα που έχουν οι επενδυτές για το νόμισμα «έχει σαφώς επιδεινωθεί».
Η μεγάλη συγκέντρωση «short» θέσεων μπορεί επίσης να τροφοδοτήσει μια αναστροφή της πορείας. Καλύτερες ειδήσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους επενδυτές που ποντάρουν στην πτώση του ευρώ να το αγοράσουν ξανά, επιταχύνοντας τυχόν ανάκαμψη.
Ένα αξιόπιστο συμφωνημένο γαλλικό πακέτο προϋπολογισμού, πιο ήρεμες αγορές ομολόγων ή πτώση στις τιμές ενέργειας θα μπορούσαν έτσι να ανακόψουν την κατρακύλα.
Για μια διαρκή ανάκαμψη, όμως, δεν αρκεί να κατοχυρώσουν κέρδη οι «short» επενδυτές· θα πρέπει οι αγορές να διαπιστώσουν βελτίωση στις δημοσιονομικές και οικονομικές προοπτικές της Ευρώπης.