Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002 και η ψαλίδα με τη Γερμανία είναι η μεγαλύτερη από το 2011. Τι τροφοδοτεί την κρίση χρέους της Γαλλίας και πόσο μπορεί να κλιμακωθεί;
Για το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, το να δανείζει κανείς χρήματα στη Γαλλία θεωρούνταν σχεδόν τόσο ασφαλές όσο το να δανείζει στη Γερμανία.
Αυτή η αντίληψη καταρρέει πλέον – και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα.
Την περασμένη εβδομάδα, οι επενδυτές ζήτησαν απόδοση έως και 5% τον χρόνο για να δανείσουν στο γαλλικό Δημόσιο για δεκαετία. Η Γαλλία είχε να αντιμετωπίσει τόσο υψηλό κόστος δανεισμού για δεκαετή ομόλογα από τον Ιούλιο του 2002.
Το επιπλέον κέρδος που ζητούν οι επενδυτές για να κρατούν γαλλικό χρέος αντί για γερμανικό ανέβηκε στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της ευρωζώνης το 2011-2012.
Η Γαλλία πληρώνει πλέον υψηλότερο επιτόκιο δανεισμού από την Ιταλία και την Ελλάδα, δύο χώρες που βρέθηκαν στον πυρήνα εκείνης της κρίσης.
Και αυτό έχει σημασία πολύ πέρα από την αγορά ομολόγων. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου επηρεάζει τα επιτόκια σε στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, αλλά και τον λογαριασμό τόκων που στο τέλος πληρώνει κάθε Γάλλος φορολογούμενος.
Πώς λοιπόν έφτασε εδώ η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης και πόσο μπορεί να κλιμακωθεί η κατάσταση;
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έχει εκτοξευθεί στο 119% του ΑΕΠ
Η ρίζα του προβλήματος είναι απλή.
Κάθε χρόνο, το γαλλικό κράτος δαπανά πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει σε φόρους και δανείζεται για να καλύψει τη διαφορά.
Φέτος, το κενό αυτό, το έλλειμμα, αναμένεται να φτάσει το 5,4% της ετήσιας οικονομικής παραγωγής της χώρας, δηλαδή του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).
Οι κανόνες της ΕΕ θέτουν ως όριο για το έλλειμμα το 3% του ΑΕΠ.
Χρόνο με τον χρόνο, αυτά τα ελλείμματα συσσωρεύονται ως χρέος.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ανήλθε στα 3,6 τρισεκατομμύρια ευρώ το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Αντιστοιχεί στο 119% του ΑΕΠ, από 115,6% έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με την INSEE, την εθνική στατιστική υπηρεσία.
Τα προβλήματα ξεκινούν όταν οι επενδυτές αρχίσουν να αμφισβητούν το σχέδιο αποπληρωμής.
Γιατί οι αγορές χάνουν την υπομονή τους με το Παρίσι
Η Γαλλία έχει σχέδιο. Το πρόβλημα είναι το ιστορικό της.
Την Πέμπτη, η κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Σεμπαστιέν Λεκονιού παρουσίασε το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2027, το οποίο προβλέπει περικοπές δαπανών και πρόσθετα έσοδα περίπου 54 δισ. ευρώ.
Στόχος είναι έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ για το επόμενο έτος, από 5,4% το 2026.
Περίπου τα δύο τρίτα της προσαρμογής στον προϋπολογισμό θα προέλθουν από περιορισμό των δαπανών και το ένα τρίτο από υψηλότερους φόρους και εισφορές.
Στα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνονται εξοικονομήσεις 6 δισ. ευρώ σε συντάξεις και άλλα 6 δισ. ευρώ στην υγεία.
Οι δημόσιες δαπάνες, χωρίς τους τόκους και την άμυνα, θα παγώσουν σε ονομαστικούς όρους, γεγονός που θα συμπιέσει τους προϋπολογισμούς μετά τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, αντί να καθησυχάσει τους επενδυτές, το σχέδιο τους ανησύχησε.
Ο Λεκονιού δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Εθνοσυνέλευση ξεκινά τη συζήτηση του κειμένου στις 13 Οκτωβρίου και προεδρικές εκλογές είναι προγραμματισμένες για την άνοιξη του 2027.
Ο οικονομολόγος της BNP Paribas, Στεφάν Κολιάκ, σημείωσε ότι η Γαλλία είχε ήδη χάσει τους δημοσιονομικούς της στόχους στα τρία από τα τέσσερα χρόνια μεταξύ 2023 και 2026.
Καθώς πληρωμές τόκων και αμυντικές δαπάνες αυξάνονται, η κυβέρνηση πρέπει να βρει περικοπές ίσες με περίπου 1% του ΑΕΠ μόνο και μόνο για να μειώσει το έλλειμμα κατά 0,4 της ποσοστιαίας μονάδας, υπολογίζει ο Κολιάκ.
Και η πλευρά της προσφοράς εντείνει την πίεση.
Το γαλλικό Δημόσιο σχεδιάζει να εκδώσει χρέος ύψους 340 δισ. ευρώ το 2027, 20 δισ. ευρώ περισσότερα από φέτος, καθώς λήγουν δάνεια της περιόδου της πανδημίας.
Ακόμη κι αν όλα εξελιχθούν σύμφωνα με το σχέδιο, ο Κολιάκ εκτιμά ότι το χρέος θα φτάσει στο 121% του ΑΕΠ το 2027 και θα σταθεροποιηθεί μόλις στο 124% το 2032.
Ο Ενρίκε Ντίας-Άλβαρες, επικεφαλής οικονομολόγος της Ebury, δήλωσε: «Το πολιτικό αδιέξοδο στο Παρίσι παραμένει σε μεγάλο βαθμό άλυτο», προσθέτοντας ότι οι προτάσεις αντιμετωπίστηκαν με σκεπτικισμό από το δημοσιονομικό εποπτικό όργανο.
Οι μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις για τα υποχρηματοδοτούμενα σχολεία έχουν εντείνει περαιτέρω την πίεση στην κυβέρνηση.
Γιατί το ρίσκο του γαλλικού χρέους εκτοξεύεται τώρα
Πέρα από την άνοδο της απόδοσης του γαλλικού δεκαετούς στο 5%, το διευρυνόμενο χάσμα με τη Γερμανία δείχνει ότι οι επενδυτές ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για το γαλλικό χρέος.
Το περιθώριο απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού Bund έφτασε τις 152 μονάδες βάσης, δηλαδή 1,52 ποσοστιαίες μονάδες, επιστρέφοντας σε επίπεδα που παραπέμπουν στην κρίση της ευρωζώνης το 2011.
Στρατηγικοί αναλυτές της Intesa Sanpaolo, με επικεφαλής τον Τζαν Μάρκο Σαλτσιόλι, υποστηρίζουν ότι μεγαλύτερη σημασία έχει η ταχύτητα της κίνησης παρά το απόλυτο επίπεδο.
Όταν οι αποδόσεις εκτινάσσονται τόσο γρήγορα, λένε, ο φόβος μετατοπίζεται από το ίδιο το κόστος δανεισμού στον κίνδυνο να μην αποπληρωθεί πλήρως το χρέος, και η Γαλλία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
«Η κίνηση τείνει να μετατρέπει τον κίνδυνο επιτοκίων σε κάτι ευρύτερο, πρώτα και κύρια σε πιστωτικό κίνδυνο», ανέφερε ο Σαλτσιόλι σε σημείωμά του προς τους πελάτες.
Ο Ντίας-Άλβαρες τόνισε ότι πρόκειται για «τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία διεύρυνση του εν λόγω spread εδώ και δεκαεπτά χρόνια».
Θα μπορούσε η κρίση να εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη;
Ήδη υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια.
Οι στρατηγικοί αναλυτές της ING, Μίχιελ Τουκέρ και Μπέντζαμιν Σρέντερ, ανέφεραν ότι τα spreads Ιταλίας και Ελλάδας έναντι των γερμανικών Bund είχαν διευρυνθεί σχεδόν κατά 15 μονάδες βάσης στη διάρκεια της αναταραχής γύρω από τη Γαλλία.
«Η δυναμική του χρέους δεν θεωρείται πλέον αποκλειστικά γαλλικό πρόβλημα», έγραψαν.
Αντιδρούν και οι αγορές συναλλάγματος.
Οι αναλυτές συναλλάγματος της Intesa, Λούκα Τσινιονίνι και Φάμπιο Βακελί, σημείωσαν ότι το ευρώ άγγιξε το 1,1161 δολάριο στις ασιατικές συναλλαγές της Δευτέρας, παρά τα πιο αδύναμα στοιχεία για την απασχόληση στις ΗΠΑ.
Προειδοποίησαν ότι οι ανησυχίες για τα γαλλικά δημοσιονομικά θα μπορούσαν να το ωθήσουν προς το 1,10 δολάριο.
Για την ΕΚΤ, αυτό δημιουργεί μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας.
Τον Σεπτέμβριο ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη ανέβηκε στο 3,8%, ενισχύοντας τα επιχειρήματα υπέρ της συνέχισης της σύσφιγξης. Την ίδια ώρα, η ένταση στις αγορές κρατικών ομολόγων ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να υπάρξει παύση και να εξεταστούν μέτρα στήριξης.
«Μια παύση της ΕΚΤ θα επιβάρυνε το ευρώ από την πλευρά των διαφορών επιτοκίων, αν και η σταθεροποίηση των αγορών χρέους θα επανέφερε ροές προς το ενιαίο νόμισμα», δήλωσε η Άνα Μουνέρα, διευθύντρια στρατηγικής αγορών της BBVA.
Η ΕΚΤ διαθέτει ένα στοχευμένο εργαλείο αγορών ομολόγων, το Transmission Protection Instrument, για να αντιμετωπίζει αδικαιολόγητες αναταράξεις στις αγορές.
Ωστόσο, η στήριξη εξαρτάται από παράγοντες όπως η βιωσιμότητα του χρέους και η συμμόρφωση με τη δημοσιονομική πολιτική.
Δεν αποτελεί ανεπιφύλακτη εγγύηση για το κόστος δανεισμού της Γαλλίας.
Τέτοιες αγορές μπορούν να περιορίσουν τις αποσταθεροποιητικές αποκλίσεις στο κόστος δανεισμού μεταξύ χωρών, χωρίς να χρειαστεί η ΕΚΤ να μειώσει τα βασικά της επιτόκια.
Πόσο επικίνδυνη είναι, λοιπόν, η κατάσταση;
Ο άμεσος κίνδυνος είναι το πολιτικό αδιέξοδο να εμποδίσει τη Γαλλία να εγκρίνει προϋπολογισμό.
Η Μουνέρα της BBVA προειδοποιεί ότι ο Λεκονιού ενδέχεται να μην εξασφαλίσει επαρκή στήριξη στο κοινοβούλιο και να εξαναγκαστεί σε αποχώρηση.
Χωρίς εγκεκριμένο προϋπολογισμό, η Γαλλία θα βασιστεί και πάλι σε νόμο έκτακτης ανάγκης για να διατηρήσει την απαραίτητη χρηματοδότηση του Δημοσίου, όπως συνέβη το 2025 και το 2026.
Κάθε νέα καθυστέρηση έχει κόστος.
Ο Κολιάκ της BNP Paribas εκτιμά ότι, αν οι σοβαρές περικοπές του ελλείμματος μετατεθούν για το 2028, το χρέος θα φτάσει στο 126% του ΑΕΠ έως το 2032.
Με δανειακές ανάγκες 340 δισ. ευρώ για το επόμενο έτος, κάθε επιπλέον δέκατο της ποσοστιαίας μονάδας στο κόστος δανεισμού της Γαλλίας μεταφράζεται γρήγορα σε μεγάλη επιβάρυνση.
Υπάρχουν, ωστόσο, και λόγοι να μην επικρατήσει πανικός.
Η Γαλλία δεν είναι χώρα που έχει αποκλειστεί από τις αγορές. Είναι χώρα της οποίας οι δανειστές ζητούν υψηλότερη αμοιβή και ένα σχέδιο στο οποίο να μπορούν να πιστέψουν.
Το πρώτο κοινοβουλευτικό τεστ αξιοπιστίας ξεκινά στις 13 Οκτωβρίου, όταν η Εθνοσυνέλευση αρχίζει να συζητά τον προϋπολογισμό.