Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Πελώνη για Κουφοντίνα: «Η Πολιτεία δεν συναλλάσσεται με καταδίκους» - Σε επιφυλακή η ΕΛ.ΑΣ.

Dimitris Koufodinas
Dimitris Koufodinas   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Yannis Kotsiaris/AP
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Σε επιφυλακή βρίσκεται η ελληνική αστυνομία μετά τις συνεχείς επιθέσεις από αλληλέγγυους στον Δημήτρη Κουφοντίνα ο οποίος νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Λαμίας.

Στο αρχηγείο της ΕΛΑΣ έχει σημάνει συναγερμός καθώς υπάρχουν φόβοι ότι οι καταδρομικές επιθέσεις θα κλιμακωθούν ενώ σε έκτακτη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε παρουσία υψηλόβαθμων αξιωματικών αποφασίστηκε να αυξηθούν τα μέτρα φυλακής σε ενδεχόμενους στόχους.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πληροφορίες κρίθηκε αναγκαίο να αυξηθούν τα μέτρα φύλαξης σε ΑΤ κυρίως του κέντρου της Αθήνας αλλά και του τοπικού ΑΤ Λαμίας, προκειμένου να αποφευχθούν καταδρομικές επιθέσεις αλληλέγγυων.

Ακόμη θα αυξηθούν τόσο οι πεζές περιπολίες όσο και οι περιπολίες των δικυκλιστών της ΕΛΑΣ σε κεντρικούς δρόμους των Αθηνών ενώ θα αυξηθεί η φρούρηση σε κτήρια που θεωρούνται στόχοι.

Κατά την σημερινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών η κυβερνητική εκπρόσωπος Αριστοτελία Πελώνη αναφέρθηκε στην απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα λέγοντας πως: «Είναι προφανές ότι ο καταδικασμένος για 11 δολοφονίες Δημήτρης Κουφοντίνας ζητά προνομιακή μεταχείριση εκτός του πλαισίου του νόμου. Εκβιάζει με την απεργία πείνας που ο ίδιος επέλεξε. Και μάλιστα ενώ ουδέποτε προσέφυγε στη Δικαιοσύνη για το αίτημά του, παρότι η έννομη τάξη του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Ο ίδιος επέλεξε να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο.

Η Δημοκρατία δεν εκδικείται, ούτε εκβιάζεται. Η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τον νόμο χωρίς διακρίσεις. Και αυτό θα πράξει».

Όπως τόνισε η κ. Πελώνη, «ο εκβιασμός του πολυϊσοβίτη, με τον οποίο συντάσσεται η αξιωματική αντιπολίτευση, δεν αφορά την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας που έχει άλλα προβλήματα, άλλες αγωνίες και άλλες προτεραιότητες. Αφορά μια μικρή μειοψηφία, με την οποία συντάσσεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρόεδρός του, αυτόκλητος συνήγορος, έσπευσε να συνταχθεί με το αίτημα του πολυϊσοβίτη, ζητώντας από την κυβέρνηση να παραβιάσει την έννομη τάξη και να αλλάξει τη στάση της. Και αυτό απέναντι σε έναν κρατούμενο που δεν έχει επιδείξει στοιχειώδη μεταμέλεια για τα εγκλήματά του».

«Οι εκφοβισμοί, η τρομοκράτηση, ο εξαναγκασμός της οργανωμένης Πολιτείας να απεμπολήσει το κυριαρχικό της δικαίωμα για τον τρόπο κράτησης των καταδίκων, δεν θα περάσουν. Η Ελλάδα είναι μια αστική Δημοκρατία. Δεν θα γίνει μια εκβιαζόμενη Δημοκρατία. Ούτε μια τρομοκρατημένη Πολιτεία», τόνισε η κ.Πελώνη.

Σχετικά με το αίτημα του Δημήτρη Κουφοντίνα η κα Πελώνη δήλωσε πως η απεργία πείνας «είναι μέσο που ο ίδιος ο πολυϊσοβίτης έχει επιλέξει για να πείσει την Πολιτεία». Πρόσθεσε πως ο Δ. Κουφοντίνας ουδέποτε προσέφυγε στη Δικαιοσύνη παρότι η έννομη τάξη του δίνει τη δυνατότητα. «Θα μπορούσε να σταματήσει την απεργία πείνας και να ασκήσει τα ένδικα μέσα που βρίσκονται στη διάθεσή του», συμπλήρωσε ενώ διευκρίνισε ότι με βάση το νέο νόμο ο Κορυδάλλος είναι κατάστημα τύπου κράτησης Α για υπόδικους και καταδικασθέντες για ελαφριά εγκλήματα και όχι τύπου Γ. Σημείωσε επίσης ότι υπάρχει σχετικό έγγραφο των φυλακών και της ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής νωρίτερα για την αποφυγή διασποράς του κορονοϊού. «Αυτή τη στιγμή το κατάστημα αποσυμφορείται. Έχουν μεταφερθεί εκτός περισσότεροι από 1.000 βαρυποινίτες και δεν έχει μετακινηθεί κανένας εκεί», υπογράμμισε.

Σε ερώτηση αν όσοι νομικοί διαφωνούν με την κυβέρνηση ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ , η κα Πελώνη δήλωσε πως η κυβέρνηση δεν θα απαντήσει σε σχόλια ιδιωτών. «Θα διερωτηθώ αν όλοι όσοι υποστηρίζουν ότι η Πολιτεία πρέπει να υποκύψει, υποστηρίζουν ότι η Πολιτεία θα πρέπει να συναλλάσσεται και με άλλους καταδίκους στο μέλλον», πρόσθεσε.

Απαντώντας σε παρεμφερή ερώτηση επανέλαβε ότι ο Δ. Κουφοντίνας ζητά προνομιακή μεταχείριση εκτός της έννομης τάξης. «Η Πολιτεία δεν συναλλάσσεται με καταδίκους και δεν απεμπολεί το κυριαρχικό της δικαίωμα για τον τρόπο κράτησης. Ο Δ. Κουφοντίνας έχει πάντα τη δυνατότητα να σταματήσει την απεργία πείνας και να ασκήσει τα ένδικα μέσα που έχει στη διάθεσή του», ανέφερε ενώ παρέπεμψε για το θέμα της μεταγωγής και σε απαντήσεις που έχουν δοθεί και προς τον συνήγορο του πολίτη και δεν ζητήθηκαν διευκρινήσεις.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων προβαίνει σε υποδείξεις για τον Δημ. Κουφοντίνα

Κατά της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στρέφονται 41 δικαστικοί με αφορμή την ανακοίνωση που εξέδωσε για τον Δημήτρη Κουφοντινα.

Οι δικαστές καλούν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΔΕ να απέχει «από τέτοιες ενέργειες, οι οποίες είναι βέβαιο πως αποδοκιμάζονται από την πλειοψηφία του δικαστικού σώματος».

Οι 41 δικαστικοί λειτουργοί υπογραμμίζουν στην επιστολή τους ότι η ΕΔΕ «υπερβαίνει του σκοπούς της, προβαίνοντας σε υποδείξεις προς την πολιτεία υπό την επίφαση της υπεράσπισης ανθρώπινων δικαιωμάτων» και σημειώνουν ότι «οι εκπρόσωποι της Ένωσης είχαν υποχρέωση απέναντι στα μέλη της να διατηρήσουν αλώβητη την εικόνα της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας των μελών της και η υποχρέωση αυτή δεν τηρήθηκε».

Παράλληλα αναφέρουν:

«Η φροντίδα για την έκτιση των ποινών, που εμείς επιβάλλουμε, όπως και η επιλογή της απαγόρευσης συγκεντρώσεων περισσοτέρων από ένα όριο προσώπων χάριν της προστασίας του αγαθού της ανθρώπινης ζωής και υγείας εν μέσω πανδημίας, ανήκει στην πολιτεία.

Τις ενέργειες της τις ελέγχουμε, σύμφωνα με το νόμο, εάν και εφόσον ασκηθεί προσφυγή κατά των όρων της έκτισης των ποινών από αυτόν που έχει έννομο συμφέρον ή εάν οι παραβάτες των σχετικών περιορισμών παραπεμφθούν στα δικαστήρια.

Η με οποιαδήποτε άλλη αφορμή ανάμειξή μας σε αυτά τα ζητήματα πλήττει το κύρος, την αξιοπιστία μας και την ανεξαρτησία μας και υποβαθμίζει την ίδια την απονομή της Δικαιοσύνης».

Το πλήρες κείμενο της επιστολής

«Προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Πρωταρχικοί σκοποί της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, σύμφωνα με το καταστατικό της, είναι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και η βελτίωση των όρων απονομής της δικαιοσύνης.

Οι υπογράφοντες αυτό το κείμενο συμπαραταχθήκαμε επί δεκαετίες σε αυτούς τους στόχους ως ενεργά μέλη της Ένωσης, επιθυμώντας να συμβάλλουμε στην ευόδωσή τους, χωρίς όμως να ενταχθούμε σε οποιονδήποτε από τους διάφορους σχηματισμούς (παρατάξεις), που κατά καιρούς διαμορφώθηκαν από άλλα μέλη της ή στο πλαίσιο λειτουργίας του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Θεωρούμε όμως ότι η Ένωσή μας υπερβαίνει τους παραπάνω σκοπούς της, προβαίνοντας σε υποδείξεις προς την πολιτεία υπό την επίφαση της υπεράσπισης ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς προασπίζουν αυτά τα δικαιώματα κατά την άσκηση των καθηκόντων της δικαιοδοτικής τους λειτουργίας και εντός των αυστηρών πλαισίων, που το Σύνταγμα και οι νόμοι ορίζουν.

Η εξουσία των δικαστικών λειτουργών έχει αφετηρία και προορισμό τον πολίτη. Έργο της είναι η αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης. Απαραίτητη προϋπόθεση γι΄ αυτό είναι η εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας δικαίου, που επιτυγχάνεται μόνον αν ο δικαστής επιδεικνύει αμεροληψία και αντικειμενικότητα.

Οι εκπρόσωποι της Ένωσης είχαν υποχρέωση απέναντι στα μέλη της να διατηρήσουν αλώβητη την εικόνα της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας των μελών της και η υποχρέωση αυτή δεν τηρήθηκε.

Η φροντίδα για την έκτιση των ποινών, που εμείς επιβάλλουμε, όπως και η επιλογή της απαγόρευσης συγκεντρώσεων περισσοτέρων από ένα όριο προσώπων χάριν της προστασίας του αγαθού της ανθρώπινης ζωής και υγείας εν μέσω πανδημίας, ανήκει στην πολιτεία.

Τις ενέργειες της τις ελέγχουμε, σύμφωνα με το νόμο, εάν και εφόσον ασκηθεί προσφυγή κατά των όρων της έκτισης των ποινών από αυτόν που έχει έννομο συμφέρον ή εάν οι παραβάτες των σχετικών περιορισμών παραπεμφθούν στα δικαστήρια.

Η με οποιαδήποτε άλλη αφορμή ανάμειξή μας σε αυτά τα ζητήματα πλήττει το κύρος, την αξιοπιστία μας και την ανεξαρτησία μας και υποβαθμίζει την ίδια την απονομή της Δικαιοσύνης.

Επιπλέον οι, επ΄ ευκαιρία τέτοιων ζητημάτων, δημόσιες αντεγκλήσεις μεταξύ μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης, που ορισμένες φορές εκφέρονται σε ανοίκεια σε σχέση με την επιβαλλόμενη στο δικαστικό και εισαγγελικό λειτούργημα γλώσσα και σε ανεπίτρεπτους τόνους, και η ταύτιση μέσω αυτών με συγκεκριμένες θέσεις πολιτικών δυνάμεων της χώρας, απάδουν στη μετριοπάθεια που οφείλει να επιδεικνύει το δικαστικό σώμα και στις παραδόσεις ανεξαρτησίας του.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, προτάσσοντας την υποχρέωσή μας να διαφυλάξουμε το κύρος του θεσμού που υπηρετούμε, διαμαρτυρόμαστε εντόνως και σας καλούμε να απέχετε από τέτοιες ενέργειες, οι οποίες είναι βέβαιο πως αποδοκιμάζονται από την πλειοψηφία του δικαστικού σώματος, προκειμένου να διαφυλαχθεί και το κύρος και η ενότητα της Ένωσης, να αποφευχθεί δε η αποδυνάμωσή της με την αποχώρηση μελών της στο μέλλον».