Η Ισπανία επενδύει τα τελευταία έξι χρόνια μαζικά σε αιολική και ηλιακή ενέργεια, με αποτέλεσμα από τις φθηνότερες τιμές ρεύματος στην Ευρώπη.
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει ρίξει τον κόσμο σε μια αιφνίδια ενεργειακή κρίση. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η μείωση των ενεργειακών εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή έχουν αναζωπυρώσει τους φόβους για ακόμη υψηλότερους λογαριασμούς για τα ήδη πιεσμένα νοικοκυριά.
Ωστόσο, μία ευρωπαϊκή χώρα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση για να αντέξει αυτά τα σοκ, χάρη στις επενδύσεις της στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Από το 2019, η Ισπανία έχει διπλασιάσει την αιολική και ηλιακή της ισχύ, προσθέτοντας πάνω από 40 GW, περισσότερα από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ, με εξαίρεση τη Γερμανία, της οποίας η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι διπλάσια από την ισπανική.
Ως αποτέλεσμα, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ισπανία επηρεάζεται πολύ λιγότερο από το διαρκώς μεταβαλλόμενο κόστος του φυσικού αερίου, το οποίο αυξήθηκε κατά 55% την επόμενη ημέρα από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και συνεχίζει να ανεβαίνει.
«Η ανάπτυξη της αιολικής και ηλιακής ενέργειας στην Ισπανία έχει μειώσει από το 2019 κατά 75% την επιρροή των ακριβών μονάδων ορυκτών καυσίμων στην τιμή του ρεύματος. Η μείωση των ωρών κατά τις οποίες η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας συνδεόταν με το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο ήταν ταχύτερη από ό,τι σε άλλες χώρες που βασίζονται στο αέριο, όπως η Ιταλία και η Γερμανία», σύμφωνα με έκθεση του ενεργειακού think tank Ember, που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο πέρυσι.
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η εξάρτηση από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων αφήνει τις χώρες επικίνδυνα εκτεθειμένες.
«Η αναταραχή που βλέπουμε σήμερα στη Μέση Ανατολή καθιστά σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα σε μεγάλο βαθμό δεμένο με τα ορυκτά καύσιμα, όπου η προσφορά συγκεντρώνεται σε λίγες περιοχές και κάθε σύγκρουση κινδυνεύει να προκαλέσει σοκ στην παγκόσμια οικονομία», λέει ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες.
Οι λογαριασμοί ενέργειας στην Ισπανία είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη
Σύμφωνα με την έκθεση της Ember, την περίοδο 2020-2024 η Ισπανία «περιέκοψε το κόστος εισαγωγών για τον ηλεκτρικό της τομέα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ». Το πέτυχε προσθέτοντας νέα φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, τα οποία «απέτρεψαν εισαγωγές 26 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, αξίας 13,5 δισ. ευρώ».
Η Ισπανία δεν χρησιμοποίησε καθόλου μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο τον άνθρακα τον Αύγουστο του 2025. Πρόκειται για τεράστια αλλαγή σε σχέση με πριν από μόλις δέκα χρόνια, όταν ο άνθρακας κάλυπτε το ένα τέταρτο της ηλεκτροπαραγωγής στην Ισπανία.
Η στροφή της στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτέλεσε μεγάλη νίκη για τους λογαριασμούς ενέργειας των νοικοκυριών. Το 2019, πριν από την «επανάσταση» της αιολικής και ηλιακής ενέργειας στην Ισπανία, η χώρα είχε από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Σήμερα συγκαταλέγεται στις φθηνότερες.
«Η Ισπανία ξεκίνησε το [2026] με από τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, μια τάση που συνεχίστηκε και την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου», σημειώνει ο συντάκτης της έκθεσης της Ember Κρις Ρόσλοου.
Αυτό που εξακολουθεί να λείπει από την Ισπανία, όπως και από μεγάλο μέρος της Ευρώπης, είναι περισσότερη ικανότητα αποθήκευσης ενέργειας, καθώς ο στόλος μπαταριών των 120 MW είναι μόλις ο 13ος μεγαλύτερος στην Ευρώπη.
Οι ΑΠΕ είναι εφάπαξ, σταθερό κόστος
Καθώς οι κυβερνήσεις βρίσκονται υπό συνεχή πίεση να μειώσουν το χρέος και τους φόρους, η παραγωγή ενέργειας πρέπει να κοστίζει όσο το δυνατόν λιγότερο.
Σε αντίθεση με τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά πάνελ, που οι χώρες τα αγοράζουν και τα εγκαθιστούν μία φορά, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο πρέπει να αγοράζονται συνεχώς, με τις τιμές τους εκτεθειμένες σε απρόβλεπτα σοκ, όπως οι πόλεμοι.
Κάποιοι αναρωτιούνται αν ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν θα μπορούσε άθελά του να ωθήσει την Ευρώπη προς καθαρές ενεργειακές τεχνολογίες κινεζικής παραγωγής. Ο ειδικός στη χρηματοδότηση ενέργειας Τζέραρντ Ριντ επισημαίνει ότι οι ΑΠΕ έχουν χαμηλότερο μακροπρόθεσμο κόστος από τα ορυκτά καύσιμα.
«Θα προτιμούσα να εξαρτώμαι από την Κίνα για την εισαγωγή ηλιακών πάνελ και μπαταριών, παρά για πετρέλαιο και αέριο που έρχονται από τον Κόλπο, και θα σας πω γιατί: γιατί αν αγοράσω εκείνο το ηλιακό πάνελ, εκείνη τη μπαταρία, εκείνη την ανεμογεννήτρια, εκείνο τον μετασχηματιστή, τα αγοράζω μία φορά κάθε 25 χρόνια. Δεν χρειάζεται να τα αγοράζω κάθε μέρα.»
Μια νέα έκθεση (πηγή στα Αγγλικά), που δημοσιεύτηκε στις 11 Μαρτίου από την Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή του Ηνωμένου Βασιλείου, ενισχύει αυτό το επιχείρημα: το συνολικό κόστος για την επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών έως το 2050 πιθανότατα δεν θα υπερβεί το κόστος ενός και μόνο σοκ στις τιμές των ορυκτών καυσίμων, όπως εκείνου που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Σε προσομοίωση μιας παρόμοιας κρίσης το 2040, διαπιστώνεται ότι αν το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν σε τροχιά προς το μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών, οι λογαριασμοί ενέργειας των νοικοκυριών θα αυξάνονταν μόλις κατά 4%, έναντι 59% χωρίς δράση για το κλίμα.
Μπορεί ο πόλεμος με το Ιράν να πυροδοτήσει στροφή προς την καθαρή ενέργεια;
Η Κάρολαϊν Μπάξτερ, διευθύντρια του Converging Risks Lab στο Council on Strategic Risks στην Ουάσινγκτον, λέει ότι «δεν θα εκπλαγεί» αν υπάρξει κάποια στροφή προς την πράσινη ενέργεια λόγω της σύγκρουσης, έστω και μόνο επειδή η ανανεώσιμη ενέργεια προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα από τα ορυκτά καύσιμα.
«Πιστεύω ότι υπάρχει, καλώς ή κακώς, η ευκαιρία για τις χώρες να στραφούν πραγματικά προς τα μέσα και να προσπαθήσουν να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες με τρόπο που να αποκόπτει την εξάρτησή τους από άλλες χώρες για αυτή την πηγή», λέει η Μπάξτερ, η οποία διετέλεσε αναπληρώτρια υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ για την εκπαίδευση και κατάρτιση δυνάμεων την περίοδο 2021-2024, επί κυβέρνησης Μπάιντεν.
Η Μπάξτερ εκτιμά ότι, αν έχει δίκιο και αν «όλοι το κάνουν στην αυλή τους», αυτό θα περιορίσει τη μελλοντική κλιματική αλλαγή «χωρίς τις περίπλοκες διπλωματικές διαπραγματεύσεις, τις επιφανειακές χειραψίες και τις παρασκηνιακές μεθοδεύσεις» των διεθνών διασκέψεων για το κλίμα.
Η περσινή κλιματική διάσκεψη COP30 του ΟΗΕ ολοκληρώθηκε χωρίς δέσμευση για πλήρη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Ο πόλεμος θα οδηγήσει στην εγκατάσταση περισσότερων ηλιακών πάνελ και αντλιών θερμότητας τους επόμενους μήνες, εκτιμά η αναλύτρια ενέργειας Άνα Μαρία Γιάλερ-Μακαρέβιτς, από το IEEFA Europe.
Σε αυτό το σημείο μπορούν να συμβάλουν και οι ίδιοι οι πολίτες, όχι μόνο μειώνοντας τους δικούς τους λογαριασμούς ενέργειας, αλλά και περιορίζοντας την εξάρτηση της χώρας τους από τα ορυκτά καύσιμα. Όπως λέει ο Μαρέν Ζιγιό στη δεξαμενή σκέψης Strategic Perspectives, «κάθε αντλία θερμότητας, ηλεκτρικό όχημα, ανεμογεννήτρια ή ηλιακό πάνελ που εγκαθίσταται σημαίνει λιγότερα μόρια εισαγόμενου αερίου».