Η εκτίμηση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ταξιδιών και Τουρισμού (WTTC) βασίζεται στην προπολεμική πρόβλεψη για το 2026 στη Μέση Ανατολή
Η περιφερειακή σύγκρουση μεταξύ των ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν φέρεται να κοστίζει στον ταξιδιωτικό και τουριστικό κλάδο της Μέσης Ανατολής 515 εκατ. ευρώ την ημέρα.
Το ποσό αυτό βασίζεται στην προ της σύγκρουσης πρόβλεψη του 2026 για τη Μέση Ανατολή από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ταξιδίων και Τουρισμού (WTTC), η οποία εκτιμούσε δαπάνες διεθνών επισκεπτών 178 δισ. ευρώ σε ολόκληρη την περιοχή για φέτος.
Τα περιφερειακά αεροπορικά κέντρα σε Άμπου Ντάμπι, Ντουμπάι, Ντόχα και Μπαχρέιν διαχειρίζονται συνήθως περίπου 526.000 επιβάτες την ημέρα, αλλά ο αριθμός αυτός έχει καταρρεύσει, καθώς τα κλειστά τμήματα εναέριου χώρου έχουν καθηλώσει στο έδαφος πολλές πτήσεις.
Παρότι πολλοί από αυτούς τους επιβάτες βρίσκονται απλώς σε ανταπόκριση – η Μέση Ανατολή αντιστοιχεί στο 14% της παγκόσμιας διεθνούς διαμετακομιστικής κίνησης, λειτουργώντας ως βασικός κόμβος μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής – η περιοχή αντιστοιχεί επίσης στο 5% των παγκόσμιων διεθνών αφίξεων.
Αυτή τη στιγμή πολλές αεροπορικές εταιρείες εκτελούν μόνο περιορισμένα δρομολόγια, ένα κλάσμα του συνήθους προγράμματός τους. Ανάλυση του Flightradar24 δείχνει ότι στις 24 Φεβρουαρίου οι Emirates, Etihad Airways και Qatar Airways εκτέλεσαν 527, 325 και 563 πτήσεις αντίστοιχα. Στις 10 Μαρτίου οι αριθμοί αυτοί ήταν μόλις 309, 56 και 66.
Ο αριθμός των τουριστών στη Μέση Ανατολή μπορεί να μειωθεί κατά 30 εκατομμύρια
Η κλιμάκωση της έντασης φαίνεται ότι θα ανακόψει το πρόσφατο ισχυρό ανοδικό κύμα τουρισμού στη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο – αλλά μένει να φανεί αν αυτό θα είναι προσωρινό ή μόνιμο.
Ο Ιμπραχίμ Χάλεντ είναι επικεφαλής μάρκετινγκ της Middle East Travel Alliance (πηγή στα Αγγλικά), ενός δικτύου εταιρειών διαχείρισης προορισμών (Destination Management Companies, DMC) σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
«Βλέπουμε σταθερή [αύξηση επισκεπτών] από χρονιά σε χρονιά, ιδιαίτερα με όλες τις νέες τουριστικές επενδύσεις που γίνονται σε όλη την περιοχή», λέει στο Euronews Travel.
«Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αυτή τη στιγμή περίπου στο 10%, αλλά αναπτύσσεται απίστευτα γρήγορα από τότε που άνοιξε στον τουρισμό αναψυχής το 2019. Είναι σίγουρα ο πιο δυναμικά ανερχόμενος προορισμός μας.»
Όμως τα γεγονότα των τελευταίων δύο εβδομάδων σταμάτησαν απότομα αυτή την ανάπτυξη.
«Για προορισμούς που οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν θέσει σε λίστες απαγόρευσης ταξιδιών ή πτήσεων, δυστυχώς έχουμε δει πάρα πολλές ακυρώσεις», λέει ο Χάλεντ. «Οι πτήσεις διακόπτονται και τα ταξίδια προς τις συγκεκριμένες περιοχές έχουν ουσιαστικά παγώσει.»
Έκθεση της Tourism Economics δημοσιεύει προβλέψεις για τον αντίκτυπο του πολέμου στον τουρισμό της περιοχής, οι οποίες συμβαδίζουν με την εκτίμηση της συμμαχίας ταξιδιωτικών επιχειρήσεων.
«Εκτιμούμε ότι οι διεθνείς αφίξεις προς τη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να μειωθούν το 2026 κατά 11%-27% σε ετήσια βάση λόγω της σύγκρουσης, σε σύγκριση με την πρόβλεψή μας του Δεκεμβρίου που έκανε λόγο για αύξηση 13%», ανέφεραν η διευθύντρια παγκόσμιων προβλέψεων Χέλεν ΜακΝτέρμοτ και η ανώτερη οικονομολόγος Τζέσι Σμιθ.
«Σε απόλυτα μεγέθη, αυτό θα σήμαινε 23-38 εκατομμύρια λιγότερους διεθνείς επισκέπτες σε σχέση με το βασικό μας σενάριο ή την προηγούμενη πρόβλεψη και απώλειες στις δαπάνες επισκεπτών ύψους 34-56 δισ. δολαρίων (29-48 δισ. ευρώ). Σε αυτά περιλαμβάνονται και οι αναμενόμενες επίμονες επιπτώσεις στο κλίμα, πέρα από την άμεση περίοδο της σύγκρουσης.»
Πρόσθεσαν ότι ο αντίκτυπος αυτής της σύγκρουσης στη ζήτηση για τουρισμό θα είναι μεγαλύτερος από εκείνον της περσινής σύγκρουσης.
Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα πλήγματα αντιποίνων από το Ιράν σε γειτονικές χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), που είναι πιο καθιερωμένοι τουριστικοί προορισμοί, καθώς και στις πολύ εκτενέστερες φετινές απαγορεύσεις εναέριου χώρου στην περιοχή σε σύγκριση με πέρυσι.
Οι χώρες του GCC θα επηρεαστούν περισσότερο
Η Tourism Economics προβλέπει ότι οι χώρες του GCC θα καταγράψουν τις μεγαλύτερες απώλειες σε όρους όγκου, «καθώς αποτελούν τους μεγαλύτερους προορισμούς στην περιοχή, που μέχρι σήμερα στηρίζονταν στις αντιλήψεις για ασφάλεια και σταθερότητα», ανέφεραν οι ΜακΝτέρμοτ και Σμιθ.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία είναι ιδιαίτερα ευάλωτα λόγω του μεγάλου όγκου διεθνών επισκεπτών και της μεγάλης εξάρτησης από τις αεροπορικές συνδέσεις. Οι αερομεταφορές επηρεάζονται πολύ περισσότερο από το αρνητικό κλίμα σε σχέση με τις χερσαίες μεταφορές, σημειώνει η εταιρεία στην έκθεσή της.
Αντίθετα, στο Κατάρ και το Μπαχρέιν οι οδικές αφίξεις αντιστοιχούν στο 32% και 74% του συνόλου αντίστοιχα, επομένως πλήττονται αναλογικά λιγότερο.
«Λόγω των εκτεταμένων επιθέσεων αντιποίνων από το Ιράν, οι επιπτώσεις στο κλίμα είναι πιθανό να διαχυθούν ευρύτερα σε όλες τις χώρες του GCC», αναφέρει η έκθεση.
Η Tourism Economics υπογράμμισε επίσης τον ρόλο της Μέσης Ανατολής ως παγκόσμιου κόμβου διαμετακόμισης, καθώς τα αεροδρόμιά της αντιστοιχούν περίπου στο 14% της διεθνούς διαμετακομιστικής δραστηριότητας.
Αυτό αναπόφευκτα θα προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις και εκτός της περιοχής, σύμφωνα με την εταιρεία. Η τρέχουσα αναστάτωση θα επηρεάσει τις ροές ταξιδιών που συνήθως διέρχονται από τους κόμβους της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένων βασικών δρομολογίων μεταξύ Ευρώπης και περιοχής Ασίας-Ειρηνικού.
Μια ανθεκτική περιοχή
Παρά τη σοβαρότητα της σημερινής κατάστασης, οι ειδικοί του τουριστικού κλάδου εκτιμούν ότι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις ίσως δεν αποδειχθούν τόσο μεγάλες.
«Δεν ανησυχούμε για τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην εταιρεία ή στον τουρισμό στην περιοχή. Η Μέση Ανατολή ήταν πάντα μια εξαιρετικά ανθεκτική αγορά και η ζήτηση επανέρχεται γρήγορα μόλις αποκατασταθεί η σταθερότητα», λέει ο Χάλεντ.
Σύμφωνα με το WTTC, που εκπροσωπεί τον ιδιωτικό τομέα της βιομηχανίας με μέλη από αεροπορικές εταιρείες, ξενοδοχεία, κρουαζιερόπλοια και διοργανωτές ταξιδιών, ο κλάδος θα μπορούσε να ανακάμψει «σε μόλις δύο μήνες».
«Ο αντίκτυπος των δαπανών διεθνών επισκεπτών σε όλη τη Μέση Ανατολή είναι σημαντικός και φτάνει κατά μέσο όρο τα 600 εκατ. δολάρια την ημέρα, αλλά η ιστορία δείχνει ότι ο κλάδος μπορεί να ανακάμψει γρήγορα, ιδίως όταν οι κυβερνήσεις στηρίζουν τους ταξιδιώτες μέσω παροχής καταλύματος ή επαναπατρισμού», λέει η Γκλόρια Γκεβάρα, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος του WTTC.
«Η ανάλυσή μας για προηγούμενες κρίσεις δείχνει ότι τα περιστατικά που σχετίζονται με την ασφάλεια συχνά συνοδεύονται από τους ταχύτερους χρόνους ανάκαμψης του τουρισμού, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σε διάστημα μόλις δύο μηνών, όταν κυβερνήσεις και κλάδος συνεργάζονται για να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των ταξιδιωτών.»