Οι ειδικοί προειδοποιούν: οι ενδιάμεσοι κλιματικοί στόχοι της ΕΕ υπονομεύονται από κενό που θα ισχύσει από το 2036.
Η ΕΕ κατηγορείται ότι «αποδυναμώνει την κλιματική της ηγεσία» αφού έδωσε το πράσινο φως σε έναν ενδιάμεσο στόχο για τις εκπομπές το 2040.
Την περασμένη εβδομάδα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε και τυπικά τον τροποποιημένο ευρωπαϊκό κλιματικό νόμο. Αυτό σημαίνει ότι έως το 2040 τα κράτη μέλη θα πρέπει να μειώσουν τις καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο ενδιάμεσος στόχος θα ενισχύσει την πορεία της ΕΕ προς την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Πρόκειται για την κατάσταση κατά την οποία οι εκπομπές που παγιδεύουν θερμότητα και απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα αντισταθμίζονται από δράσεις που αφαιρούν ισοδύναμη ποσότητα, ώστε να μην υπάρχει καθαρή συμβολή στην υπερθέρμανση του πλανήτη.
«Η ΕΕ παραμένει προσηλωμένη στο να ηγείται της παγκόσμιας προσπάθειας κατά της κλιματικής αλλαγής, προστατεύοντας παράλληλα την ανταγωνιστικότητά μας και διασφαλίζοντας ότι κανείς δεν μένει πίσω», δηλώνει η Μαρία Παναγιώτου, υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
«Η υιοθέτηση του ιστορικού κλιματικού στόχου για το 2040 θα προσφέρει στη βιομηχανία, στους πολίτες και στους επενδυτές τη βεβαιότητα που χρειάζονται για την πράσινη μετάβαση στην επόμενη δεκαετία».
Είναι αρκετά φιλόδοξος ο κλιματικός στόχος της ΕΕ για το 2040;
Το 2023, το Ευρωπαϊκό Επιστημονικό Συμβουλευτικό Όργανο για την Κλιματική Αλλαγή συνέστησε η ΕΕ να επιδιώξει μείωση των καθαρών εκπομπών κατά 90–95% έως το 2040 σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Ο εγκεκριμένος στόχος της ΕΕ βρίσκεται συνεπώς στο κατώτατο άκρο αυτής της σύστασης, αλλά εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις εισηγήσεις του ανεξάρτητου οργάνου.
Η Sarah Heck από την Climate Action Tracker (πηγή στα Αγγλικά) δηλώνει στο Euronews Green ότι, παρότι ο ενδιάμεσος στόχος είναι «θετικός», ένα αμφιλεγόμενο παραθυράκι κινδυνεύει να καθυστερήσει τις «πραγματικές, φιλόδοξες περικοπές εντός της ΕΕ».
Αυτό συμβαίνει επειδή από το 2036 και μετά θα μπορούν να χρησιμοποιούνται «διεθνείς πιστώσεις υψηλής ποιότητας» έως ένα όριο που αντιστοιχεί στο 5% των καθαρών εκπομπών της ΕΕ το 1990 για να συμβάλουν στην επίτευξη του στόχου για το 2040. Αυτό θα επιτρέψει στα κράτη μέλη να αγοράζουν πιστώσεις που προκύπτουν από έργα μείωσης εκπομπών σε άλλες χώρες και να λογαριάζουν αυτές τις μειώσεις στους δικούς τους στόχους.
Πρόκειται για πρακτική που εφαρμόζουν ήδη χώρες όπως η Ιαπωνία και σημαίνει ότι μόνον το 85% των μειώσεων εκπομπών θα πρέπει να επιτυγχάνεται εντός της ΕΕ.
Το Συμβούλιο της ΕΕ αναφέρει ότι αυτές οι πιστώσεις πρέπει να βασίζονται σε «αξιόπιστες δραστηριότητες» μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου σε χώρες εταίρους, σε ευθυγράμμιση με τη Συμφωνία των Παρισίων. Ωστόσο, η Heck υποστηρίζει ότι οι υπάρχουσες δικλίδες ασφαλείας είναι «ανεπαρκείς» για να το διασφαλίσουν.
«Είναι ένα επικίνδυνο βήμα προς τα πίσω που υπονομεύει την αρχή ότι οι κλιματικοί στόχοι πρέπει να οδηγούν σε πραγματικές, εγχώριες μειώσεις εκπομπών», σημειώνει.
Η ΕΕ είχε καταργήσει τη χρήση διεθνών πιστώσεων ήδη από το 2021, λόγω ανησυχιών ότι το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ κατακλυζόταν από φθηνές, χαμηλής ποιότητας πιστώσεις που αποδυνάμωναν τα κίνητρα για μείωση των εκπομπών.
«Η επανεισαγωγή των αντισταθμίσεων αποδυναμώνει σοβαρά τη φιλοδοξία της ΕΕ για εγχώριες μειώσεις, ανοίγοντας τον δρόμο σε λογιστικά παραθυράκια και θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη του στόχου καθαρών μηδενικών εκπομπών», προσθέτει η Heck.
Τι λείπει από τον κλιματικό στόχο της ΕΕ για το 2040;
Η Climate Action Tracker προειδοποιεί ότι στους κλιματικούς στόχους της ΕΕ για το 2040 λείπουν τόσο η «σαφήνεια όσο και η φιλοδοξία» όσον αφορά τον τομέα της χρήσης γης και την πορεία μετά το 2030.
Η ΕΕ δεν έχει θέσει ξεχωριστούς στόχους για τη χρήση γης, τις αλλαγές χρήσης γης και τη δασοκομία (LULUCF) για το 2035 ή το 2040. Ο συγκεκριμένος τομέας καλύπτει τις εκπομπές και τις απορροφήσεις αερίων του θερμοκηπίου που προκύπτουν από άμεσες, ανθρωπογενείς χρήσεις γης, αλλαγές χρήσεων γης και δραστηριότητες δασοκομίας.
Ο άνθρακας αποθηκεύεται στα δάση και στις χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ απώλειες άνθρακα σημειώνονται σε υφιστάμενες καλλιεργήσιμες γαίες και σε φυσικές εκτάσεις που μετατρέπονται σε χωράφια ή οικισμούς.
Η Heck υποστηρίζει ότι η απουσία στόχων LULUCF καθιστά «δύσκολο να γίνει κατανοητό» ποιο μέρος των μειώσεων της ΕΕ θα προέλθει από πραγματικές περικοπές εκπομπών και ποιο από καταβόθρες άνθρακα στη γη.
Βασίζεται υπερβολικά η ΕΕ στην αποθήκευση άνθρακα;
Ο τροποποιημένος κλιματικός νόμος καθορίζει επιπλέον βασικές παραμέτρους που πρέπει να λάβει υπόψη της η Επιτροπή κατά την προετοιμασία προτάσεων για την περίοδο μετά το 2030. Σε αυτές περιλαμβάνονται μόνιμες αφαιρέσεις άνθρακα εντός της ΕΕ (CCS), όπου οι εκπομπές δεσμεύονται από την ατμόσφαιρα και αποθηκεύονται σε μόνιμη βάση.
«Στην εκτίμηση επιπτώσεων του κλιματικού στόχου για το 2040, τα σενάρια της ΕΕ δείχνουν ότι ίσως χρειαστεί να δεσμευτούν και να αποθηκευτούν έως το 2040 εκατοντάδες εκατομμύρια τόνοι CO2», αναφέρει η Heck.
«Είναι κρίσιμης σημασίας κάθε μορφή CCS να συμπληρώνει βαθιές περικοπές εκπομπών και όχι να τις υποκαθιστά. Η υπερβολική εξάρτηση από αφαιρέσεις ή αποθήκευση εγκυμονεί τον κίνδυνο να καθυστερήσει η δομική μετάβαση πέρα από τα ορυκτά καύσιμα».