Ανησυχία αναλυτών: η διατήρηση των υψηλών επιτοκίων μπορεί να πλήξει την παραγωγικότητα και να καθυστερήσει τον στόχο για τον πληθωρισμό έως το 2027.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Κριστίν Λαγκάρντ υπερασπίστηκε την απόφαση για αύξηση των επιτοκίων, υποστηρίζοντας ότι είναι «ανθεκτική σε τρία διαφορετικά σενάρια».
Η ΕΚΤ ανακοίνωσε σήμερα ότι αυξάνει τα επιτόκια κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια, λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για την πρώτη αύξηση επιτοκίων της τράπεζας από το 2023, όταν τα είχε αυξήσει ως αντίδραση στην εκτίναξη των τιμών ενέργειας που προκάλεσε η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
«Ο πόλεμος δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις και η απόφαση για αύξηση των επιτοκίων είναι ανθεκτική σε μια σειρά σεναρίων που αποτυπώνουν πώς μπορεί να εξελιχθεί το σοκ και να επηρεάσει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ευρωζώνης», δήλωσε η Λαγκάρντ σε δημοσιογράφους σε ενημέρωση την Πέμπτη.
Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο, έχουν γίνει αισθητές σε όλη την Ευρώπη. Το κατά διαστήματα κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με τεράστιο αντίκτυπο στους Ευρωπαίους εισαγωγείς.
Η αύξηση των επιτοκίων σηματοδοτεί σαφή αναστροφή του κύκλου χαλάρωσης που χαρακτήριζε την προσέγγιση της τράπεζας στο μεγαλύτερο μέρος του 2025. Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έφθασε το 3,2% τον Μάιο, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2023, υπό την ώθηση μιας αύξησης 10,9% στις τιμές της ενέργειας.
Η οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης συρρικνώθηκε κατά 0,2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, οδηγώντας οικονομολόγους να προειδοποιήσουν για μια περίοδο «στασιμοπληθωρισμού», όπου η αναιμική ανάπτυξη συνδυάζεται με άνοδο του πληθωρισμού και επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Σύμφωνα με τις τελευταίες Ευρωπαϊκές Οικονομικές Προβλέψεις που δημοσιεύθηκαν στα τέλη Μαΐου, η αύξηση του ΑΕΠ της ΕΕ αναμένεται να επιβραδυνθεί από 1,1% το 2026 σε 1,4% το 2027, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί από 3,1% το 2026 σε 2,4% το 2027.
Τρία σενάρια της ΕΚΤ
Στις δηλώσεις της την Πέμπτη, η Λαγκάρντ ξεκαθάρισε ότι το ίδρυμα δεν ακολουθεί μια προκαθορισμένη πορεία για τα επιτόκια.
«Οι αποφάσεις μας για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των κινδύνων γύρω από αυτές, υπό το φως των νέων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών δεδομένων, καθώς και της δυναμικής του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής», είπε.
Παρά τις αβεβαιότητες, η ΕΚΤ κατήρτισε τρία πιθανά βραχυπρόθεσμα σενάρια για τον Ιούνιο του 2026: ήπιο, δυσμενές και ακραίο.
Στο ήπιο σενάριο, οι τιμές του πετρελαίου «επανακάμπτουν ταχύτερα προς τα κανονικά επίπεδα σε σχέση με το βασικό σενάριο, γεγονός που συνεπάγεται ταχύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, ο οποίος θα υποχωρούσε κάτω από τον στόχο του 2% το 2027 και το 2028, ενώ η ανάπτυξη του ΑΕΠ θα ανακάμπτει κάπως νωρίτερα και πιο ισχυρά από ό,τι στο βασικό σενάριο», εξηγεί η ΕΚΤ.
Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση του ΑΕΠ θα διαμορφωνόταν από 0,8% το 2026 σε 1,4% το 2027, ενώ ο πληθωρισμός θα έπεφτε από 2,9% το 2026 σε 1,8% το 2027.
Το δυσμενές σενάριο, αντίθετα, υποθέτει ότι οι τιμές της ενέργειας συνεχίζουν να αυξάνονται με υψηλή αβεβαιότητα και διεθνείς μεταδόσεις, καθώς και ισχυρότερες έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό. Η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ θα διαμορφωνόταν στο 0,7% το 2026, με άνοδο στο 0,9% το 2027, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται να φθάσει το 3,3% το 2026 και το 3,0% το 2027.
Στο ακραίο σενάριο, η ΕΕ θα αντιμετώπιζε ένα ισχυρότερο και επίμονο ενεργειακό σοκ, με την πραγματικήαύξηση του ΑΕΠ να επιβραδύνεται στο 0,5% την περίοδο 2026-27, πριν ανακάμψει ελαφρώς ταχύτερα το 2028.
Επιτόκια, πληθωρισμός και ανάπτυξη
Η Λαγκάρντ είπε στους δημοσιογράφους ότι πρώτη προτεραιότητα της ΕΚΤ είναι η συγκράτηση του πληθωρισμού.
«Αν αφήσουμε τον πληθωρισμό να ξεφύγει από τον έλεγχο, τότε γίνεται πολύ πιο δύσκολο να τον επαναφέρουμε στο επίπεδο σταθερότητας των τιμών που οφείλουμε να διασφαλίσουμε», είπε.
«Η σωστή απόφαση ήταν στην πραγματικότητα να αυξήσουμε τα επιτόκια, ώστε να δεσμευθούμε και να πετύχουμε τη σταθερότητα των τιμών, για να μπορούν οι άνθρωποι να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους για επενδύσεις, απασχόληση και μισθολογικές διαπραγματεύσεις έχοντας κατά νου αυτή τη δέσμευση για αποκατάσταση της σταθερότητας των τιμών».
Οι επικριτές της απόφασης της Λαγκάρντ υποστηρίζουν ότι η αύξηση των επιτοκίων θα πλήξει περισσότερο τους πιο παραγωγικούς και καινοτόμους κλάδους της Ευρώπης.
«Μια τέτοια απόφαση δεν θα μειώσει τις τιμές της ενέργειας. Θα καταστήσει όμως ακριβότερες τις επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, επιβραδύνοντας τη μοναδική λύση που θα μπορούσε να ρίξει οριστικά τις τιμές. Αυτό έχει σημασία, γιατί οι ανανεώσιμες πηγές δεν είναι μόνο λύση για το κλίμα, είναι και λύση για τη σταθερότητα των τιμών», δήλωσε σε ανακοίνωσή του ο Κάλβιν Βέλα, ερευνητής στη Positive Money Europe, μια ΜΚΟ με έδρα τις Βρυξέλλες.
«Η αύξηση του κόστους δανεισμού θέτει επίσης σε κίνδυνο την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, καθιστώντας ακριβότερες τις επενδύσεις σε πιο καθαρές βιομηχανίες, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα να διασφαλιστεί η ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου», πρόσθεσε. «Η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει επίσης τις ανισότητες, επηρεάζοντας τους μισθούς και μειώνοντας τη διαθεσιμότητα θέσεων εργασίας».
Μιλώντας την Πέμπτη, η Λαγκάρντ ανέφερε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα ωφεληθεί από σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, όπως η ενίσχυση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε βάρος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
«Οι μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού της ευρωζώνης και την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, είναι πιο αναγκαίες από ποτέ», είπε.