Οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν αντάρτες της Υεμένης κλιμακώνουν τα αντίποινα κατά της Σαουδικής Αραβίας ανοίγοντας ένα ακόμα μέτωπο στη Μέση Ανατολή
Οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης κήρυξαν ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας που τίθεται άμεσα σε ισχύ, ανακοίνωσε ο στρατιωτικός εκπρόσωπος της υποστηριζομενης από το Ιράν σε τηλεοπτική του ομιλία.
Η οργάνωση ανακοίνωσε «ναυτικό εμπάργκο κατά του Σαουδάραβα εγκληματία εχθρού, βασισμένου στη λογική "οφθαλμόν αντί οφθαλμού" που θα τεθεί άμεσα σε εφαρμογή μετά την έκδοση της ανακοίνωσης», κατηγορώντας το Ριάντ ότι συνεχίζει να κρατά κλειστά τα λιμάνια και τα αεροδρόμια και να επιβάλλει θαλάσσιους, χερσαίους και εναέριους περιορισμούς εδώ και χρόνια.
Οι Χούθι δήλωσαν ότι ο αποκλεισμός αποτελεί απάντηση στην «άδικη και ασφυκτική πολιορκία του αγαπημένου μας λαού για σχεδόν 12 χρόνια, την λεηλασία των πόρων μας και την επιβολή καθολικού αποκλεισμού των λιμανιών και αεροδρομίων μας από ξηράς, θαλάσσης και αέρος».
Οι Χούθι εκτόξευσαν πυραύλους κατά της Σαουδικής Αραβίας την περασμένη εβδομάδα κατηγορώντας το Ριάντ για τον βομβαρδισμό αεροδρομίου της Υεμένης που τελούσε υπό τον έλεγχό τους παραβιάζοντας την τετραετή εκεχειρία στον μεταξύ τους πόλεμο.
Οι επιθέσεις αυτές κατά της Σαουδικής Αραβίας ήταν οι πρώτες για τις οποίες ανέλαβαν την ευθύνη οι Χούθι από την εφαρμογή της άτυπης εκεχειρίας τον Μάρτιο 2022 η οποία ακολούθησε τις επιθέσεις των σιιτών ανταρτών της Υεμένης, συμμάχων της Τεχεράνης, κατά σαουδαραβικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Ο εκπρόσωπος των Χούθι κάλεσε επίσης τους υποστηρικτές της οργάνωσης να συνεχίσουν την κινητοποίηση και να παραμένουν έτοιμοι για κάθε εξέλιξη, απευθύνοντας χαιρετισμό στους συμμετέχοντες στη, όπως την περιέγραψε, «πορεία του ενός εκατομμυρίου» και διαβεβαιώνοντας ότι οι Χούθι θα συνεχίσουν να επιδιώκουν την αποκατάσταση των «καταπατημένων δικαιωμάτων» και την άρση του αποκλεισμού, όπως είπε.
Κλιμάκωση που απειλεί τη σταθερότητα της περιοχής
Η ανακοίνωση των Χούθι έρχεται μετά από την κλιμάκωση που σημειώθηκε την περασμένη εβδομάδα στο μέτωπο της Υεμένης μεταξύ της οργάνωσης και του συνασπισμού υπό τη Σαουδική Αραβία, καθώς τόσο το διεθνές αεροδρόμιο της Σανάα όσο και το σαουδαραβικό αεροδρόμιο Αμπά δέχθηκαν επιθέσεις, εξέλιξη που απειλεί την εκεχειρία που ισχύει μεταξύ των δύο πλευρών από το 2022.
Αναλυτές εκτιμούν ότι αυτές οι εξελίξεις αντικατοπτρίζουν την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, την ώρα που αναζωπυρώνεται η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς η Τεχεράνη φαίνεται πλέον διατεθειμένη, μέσω των συμμάχων της Χούθι, να αμφισβητήσει τους περιορισμούς που επιβάλλει ο υπό τη Σαουδική Αραβία συνασπισμός στον εναέριο χώρο της Υεμένης, πραγματοποιώντας απευθείας πτήσεις μεταξύ Τεχεράνης και Σανάα χωρίς προηγούμενη άδεια.
Εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, οι πτήσεις πολιτικής αεροπορίας προς την Υεμένη τελούν υπό την έγκριση του συνασπισμού υπό τη Σαουδική Αραβία, ο οποίος υποστηρίζει ότι τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται κατόπιν αιτήματος της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης.
Τους τελευταίους μήνες, οι Χούθι είχαν προειδοποιήσει ότι θα λάβουν αυστηρά μέτρα εάν οι δυνάμεις τους γίνουν στόχος στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Παρότι εξαπέλυσαν επιθέσεις σε πλοία που, όπως υποστήριξαν, συνδέονται με το Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα, απέφυγαν να πλήξουν στόχους στον Περσικό Κόλπο και, σε μεγάλο βαθμό, έμειναν εκτός της άμεσης αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Ιράν.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η οργάνωση, αξιοποιώντας τις περιοχές που ελέγχει και έχουν πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα, έχει τη δυνατότητα να διαταράξει περαιτέρω τη ναυσιπλοΐα και να πλήξει σαουδαραβικές εγκαταστάσεις εξαγωγής πετρελαίου στις ακτές, οι οποίες διοχετεύουν καθημερινά εκατομμύρια βαρέλια στις παγκόσμιες αγορές, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο περαιτέρω διεύρυνσης της σύγκρουσης.
Παρατηρητές εκτιμούν επίσης ότι οποιαδήποτε νέα κλιμάκωση στην Ερυθρά Θάλασσα θα μπορούσε να έχει ευρείες οικονομικές συνέπειες, ιδίως μετά την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επαναφορά του αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια, έπειτα από την αναζωπύρωση των αμοιβαίων πληγμάτων με την Τεχεράνη, κάτι που έχει ήδη αποτυπωθεί στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, οι οποίες κατέγραψαν άνοδο.
Ο ΟΗΕ εξέφρασε την ανησυχία του για την κλιμάκωση, με τον βοηθό γενικό γραμματέα του Οργανισμού, Χάλεντ αλ Χιάρι, να δηλώνει σε έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ότι «η Υεμένη και η περιοχή δεν αντέχουν έναν νέο κύκλο κλιμάκωσης», καλώντας όλες τις πλευρές να συμμετάσχουν σε διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Η σύγκρουση στην Υεμένη χρονολογείται από το 2014, όταν οι Χούθι κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σανάα μετά την ανατροπή της κυβέρνησης, προτού τον επόμενο χρόνο παρέμβει ο στρατιωτικός συνασπισμός υπό τη Σαουδική Αραβία προς υποστήριξη της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.
Η σύγκρουση εξελίχθηκε σε έναν καταστροφικό πόλεμο που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 150.000 ανθρώπους και βύθισε τη χώρα σε μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως, με πάνω από 22 εκατομμύρια ανθρώπους να χρειάζονται βοήθεια, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.