Στην πρόσφατη έκθεσή της, η Greenpeace προειδοποιεί ότι έως και το 40% των παραλιών στην Πορτογαλία μπορεί να εξαφανιστεί.μέχρι το 2100
Σε πρόσφατη έκθεση που δημοσίευσε η Greenpeace, «Καταστροφή σε όλη την ακτογραμμή – πορτρέτο των πορτογαλικών ακτών σε κίνδυνο» (πηγή στα Πορτογαλικά), η οργάνωση προειδοποιεί την Πορτογαλία για τους άμεσους κινδύνους από τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής και από δεκαετίες δόμησης και αστικής πίεσης.
Περισσότερο ευαισθητοποιημένοι στο ζήτημα, ή αντιμέτωποι με ένα πιο εμφανές σκηνικό, οι Πορτογάλοι βλέπουν ήδη αυτό το καλοκαίρι να μειώνεται η αμμώδης ζώνη σε πολλές από τις αγαπημένες τους παραλίες.
Η προέλαση της θάλασσας και η υποχώρηση της παραλίας δεν αποτελεί πλέον είδηση. Ωστόσο, οι καταιγίδες στις αρχές του χρόνου επιδείνωσαν την κατάσταση. Κατά μέσο όρο, η υποχώρηση των παραλιών «κυμαίνεται μεταξύ 10 και 20 μέτρων, έχοντας φτάσει τα 40 μέτρα σε ορισμένες περιοχές», προειδοποιεί η έκθεση της Greenpeace.
Σε ανάλυση των 2.500 χιλιομέτρων της πορτογαλικής ακτογραμμής, από βορρά έως νότο, η έκθεση εκτιμά ότι έως το 2100 μπορεί να εξαφανιστεί το 40% των πορτογαλικών παραλιών.
Η Greenpeace υποστηρίζει ότι η Πορτογαλία «έχει μετατραπεί σε επίκεντρο» της κλιματικής αλλαγής και μεγάλων κινδύνων, λόγω της εκτεταμένης ακτογραμμής και της αύξησης της στάθμης της θάλασσας, η οποία είναι ταχύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Η έκθεση δείχνει επίσης ότι περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι ζουν σε παράκτιες ζώνες που κινδυνεύουν από πλημμύρες.
«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να περιμένουμε να εξαφανιστεί μια παραλία, να καταρρεύσει ένας βράχος ή να βρεθεί μια υποδομή σε κίνδυνο για να δράσουμε», δηλώνει ο Toni Melajoki Roseiro, διευθυντής της Greenpeace Πορτογαλίας.
Ο Roseiro θεωρεί ότι, με βάση όλη τη γνώση που ήδη υπάρχει, είναι πλέον απαραίτητο να ληφθούν πολιτικές αποφάσεις για να «προστατευθούν οι άνθρωποι, η φύση και μια επικράτεια που ανήκει σε όλους».
Το 25% της ηπειρωτικής ακτογραμμής υποχωρεί
Σύμφωνα με την Πορτογαλική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (APA), σε πάνω από 25% της ηπειρωτικής ακτογραμμής η θάλασσα έχει προχωρήσει προς την ξηρά έως και δύο μέτρα τον χρόνο, σε ορισμένες περιοχές. Η κατάσταση στο Κασκάις είναι από τις πιο ανησυχητικές, με τη μέση στάθμη της θάλασσας να έχει αυξηθεί κατά 9,7 εκατοστά τα τελευταία 25 χρόνια.
Παρότι η κλιματική αλλαγή επισημαίνεται συχνά ως ο βασικός κίνδυνος, η έκθεση υπογραμμίζει την αστική και τουριστική επέκταση, την ανεξέλεγκτη δόμηση σε ευαίσθητες περιοχές και την τεχνητή διαμόρφωση της παραλιακής ζώνης ως παράγοντες που αύξησαν τον κίνδυνο και κατέστρεψαν ή περιόρισαν την ικανότητα των φυσικών συστημάτων, όπως οι θίνες και οι λιμνοθάλασσες.
Αυτά τα φυσικά φράγματα αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στη διάβρωση, τις πλημμύρες και την αλμυρή διείσδυση, και η καταστροφή τους αυξάνει την πιθανότητα καταστροφικών καταστάσεων.
Οι φετινές καταιγίδες ανέδειξαν ορισμένα από τα προβλήματα που επισημαίνει η έκθεση, με πλημμύρες που προκλήθηκαν από τις ισχυρές βροχοπτώσεις, την άνοδο της στάθμης των υδάτων, την έλλειψη διαπερατότητας των εδαφών, καθώς και την έλλειψη ιζημάτων στις παραλίες. Η παραλία Costa de Lavos, στη Φιγκέιρα ντα Φος, όπου καταγράφηκε υποχώρηση 50 μέτρων την τελευταία δεκαετία, και η παραλία του Φάρο, όπου έχουν χαθεί 25 μέτρα πλάτους από το 1950, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Οι παραλίες εξαφανίζονται και ο κίνδυνος πλημμυρών αυξάνεται
Από τον βορρά ως τον νότο της χώρας, η εικόνα δεν είναι ενθαρρυντική. Στο Εσπίνιο, η υποχώρηση της ακτογραμμής φτάνει τα 5,2 μέτρα ανά έτος. Η Βιάννα ντου Καστέλου έχει χάσει το 30% της επιφάνειας παραλίας που διέθετε από το 1990, και η Πόβουα ντε Βαρζίμ βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο διάβρωσης και πλημμυρών.
Στο κεντροδυτικό τμήμα της χώρας, η Αβέιρο είναι από τις πιο κρίσιμες ζώνες, με πρόβλεψη υποχώρησης έως 40 μέτρων στην Costa Nova μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια.
Η έκθεση προβλέπει επίσης πλημμύρες σε ποσοστό 18% του εκβολικού συστήματος του ποταμού Μοντέγκου έως το 2100.
Στη Λισαβόνα και στην Χερσόνησο του Σετουμπάλ, η Costa da Caparica είναι η περιοχή που έχει πληγεί περισσότερο από την υποχώρηση, έχοντας χάσει περίπου 200 μέτρα άμμου από το 1960.
Η Αλμάδα βρίσκεται επίσης υπό πίεση, με το 12% της αστικής της περιοχής σε κίνδυνο πλημμύρας και, όπως έχει αποδειχθεί τα τελευταία χειμερινά διαστήματα, τμήματα της πόλης της Λισαβόνας, όπως το Αλζές, η Αλκάνταρα και το ιστορικό κέντρο, αποτελούν επίσης κρίσιμα σημεία πλημμυρών.
Η ακτογραμμή του Αλεντέζου, και λόγω της αυξανόμενης πίεσης από τον τουρισμό και την αστικοποίηση, είναι από τις πιο επιβαρυμένες. Υπολογίζεται ότι έως και το 50% των παραλιών του Αλεντέζου μπορεί να εξαφανιστεί έως το 2100 και ότι στο Αλγκάρβε μπορεί να χαθεί περίπου το 40% των παραλιών.
Οι πιο κρίσιμες ζώνες, με έντονη παράκτια διάβρωση και ασταθείς βραχώδεις πλαγιές που απειλούν με κατολισθήσεις, είναι η Βιλαμούρα, η Κβαρτέιρα, το Vale do Garrão και η Praia da Rocha.
Στην άλλη πλευρά του Αλγκάρβε, το νησί της Ταβίρα, η Ρία Φορμόζα, η Barrinha de Alvor και η Praia do Ancão ξεχωρίζουν επίσης ως ιδιαίτερα ευάλωτα παράκτια οικοσυστήματα.
Η πολυτελής δόμηση επιτείνει τους κινδύνους
Στην Πορτογαλία δεν λείπει η νομοθεσία. Ωστόσο, οι κανόνες δεν εφαρμόζονται και δεν ελέγχονται πάντα με την απαιτούμενη αυστηρότητα, ενώ συχνά λείπει ο συντονισμός μεταξύ των διαφόρων φορέων στη λήψη αποφάσεων.
Το Νομικό Καθεστώς των Εργαλείων Χωρικού Σχεδιασμού (RJIGT), που καθορίζει τους κανόνες για την οργάνωση και διαχείριση της χρήσης γης στην Πορτογαλία, περιλαμβάνει τα Προγράμματα της Παραλιακής Ζώνης (POC), τα οποία θεσπίζουν κανόνες, μεταξύ των οποίων την υποχρέωση εφαρμογής μιας χερσαίας ζώνης προστασίας πλάτους 500 μέτρων, μετρούμενης από την ακτογραμμή προς την ενδοχώρα. Η ζώνη αυτή μπορεί να επεκταθεί έως τα 1.000 μέτρα όταν είναι αναγκαία η προστασία σημαντικών παράκτιων οικοσυστημάτων.
Η δόμηση κοντά στην ακτή αποτελεί, σύμφωνα με τη Greenpeace, «πολλαπλασιαστή κρίσιμων κινδύνων» σε μια περίοδο βαθιών κλιματικών αλλαγών, ιδίως λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.
Η έκθεση προειδοποιεί για ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σκηνικό στους δήμους Σεσίμπρα και Γκράντολα, στην περιφέρεια του Σετουμπάλ, όπου έχουν προκύψει πολλά «παραδείγματα παράκαμψης των κανόνων προστασίας».
Η έκθεση αναδεικνύει έργα στον δήμο Σεσίμπρα, όπως το Pinhal da Prata, το Pinhal do Atlântico και το Etosoto, τα οποία καταλαμβάνουν πάνω από 260 εκτάρια σε προστατευόμενες περιοχές και προχώρησαν χωρίς επαρκείς περιβαλλοντικές αξιολογήσεις.
Και στην Τρόια, το έργο «Na Praia», έκτασης 96 εκταρίων, όπου προβλεπόταν ένα πολυτελές θέρετρο με βίλες, σπα και ελικοδρόμιο πάνω σε προστατευόμενες παράκτιες θίνες, αποτελεί ένα από τα παραδείγματα. Ωστόσο, οι εργασίες για το θέρετρο αυτό ανεστάλησαν μετά από παρέμβαση περιβαλλοντικής οργάνωσης και, τον Μάρτιο του 2026, μια πυρκαγιά στο εργοτάξιο ανέβαλε τα εγκαίνια, που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν τον Ιούνιο.
Στην Κομπόρτα, το έργο Torre, με δύο ξενοδοχεία, 234 κατοικίες και ένα γήπεδο γκολφ, περιλαμβάνει επενδύσεις που ξεπερνούν τα 1.000 εκτάρια, ενώ τα Costa Terra και Comporta Dunes, με γήπεδα γκολφ σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων από τη γραμμή του νερού, συγκαταλέγονται στα παραδείγματα που παραθέτει η έκθεση της ΜΚΟ ως κακές πρακτικές έλλειψης προστασίας της ακτογραμμής και των προστατευόμενων περιβαλλοντικών ζωνών.
Στις τελικές της παρατηρήσεις, η οργάνωση ζητεί επίσης τη διασφάλιση της δημόσιας πρόσβασης στην ακτή και στις παραλίες, θέμα που επανέρχεται μετά από τις πολλαπλές αντιδράσεις για παραλίες στην Κομπόρτα που έχουν περιφραχθεί από ιδιώτες.
Η προέλαση της θάλασσας και η αυξανόμενη αστική πίεση είναι προκλήσεις που απαιτούν άμεση ανταπόκριση. Η έκθεση της Greenpeace ζητεί την τήρηση της νομοθεσίας, εντατικότερους ελέγχους και πιο αυστηρές πολιτικές αποφάσεις, ώστε να προστατευθούν οι πληθυσμοί και τα παράκτια οικοσυστήματα τις επόμενες δεκαετίες.