Τι είπε ο στενός συνεργάτης του Ντόναλντ Τραμπ για την παρέμβαση των κεντρικών τραπεζιτών στη δίωξη Πάουελ, η θέση του για τα αμερικανικά επιτόκια και γιατί Ελλάδα και ΕΚΤ «έδειξαν το δρόμο»
Ένα σαφές μήνυμα προς τους κεντρικούς τραπεζίτες να παραμείνουν εντός του θεσμικού τους ρόλου και να μην εμπλέκονται σε πολιτικές ή δικαστικές αντιπαραθέσεις έστειλε από την Αθήνα ο Στίβεν Μιράν, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του προέδρου των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Federal Reserve και πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Δεν νομίζω ότι είναι σωστό για τους κεντρικούς τραπεζίτες να εμπλέκονται σε μη νομισματική πολιτική, σε ζητήματα μη νομισματικής πολιτικής στη χώρα τους, και νομίζω ότι είναι ακόμη λιγότερο σωστό να εμπλέκονται σε θέματα μη νομισματικής πολιτικής σε άλλες χώρες. Όμως δεν θα ανησυχούσα, ξέρετε, γιατί αυτοί είναι μερικοί από τους σημαντικότερους συμμάχους των ΗΠΑ» ανέφερε χαρακτηριστικά, σχολιάζοντας την επιστολή των διεθνών τραπεζιτών, μεταξύ των οποίων οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Αγγλίας, που εξέφραζε στήριξη στον πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ, μετά την είδηση της δικαστικής του δίωξης από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης.
Την ίδια στιγμή, επιχείρησε να κατευνάσει τις ανησυχίες για την ανεξαρτησία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, διαβεβαιώνοντας ότι «οι θεσμοί στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ, πολύ ισχυροί» και ότι αυτό που έχει τελικά σημασία είναι η κατεύθυνση της πολιτικής.
«Ελλάδα και ΕΚΤ άνοιξαν το δρόμο»
Ο Στίβεν Μιράν χρησιμοποίησε την ελληνική εμπειρία ως παράδειγμα του πώς η νομισματική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Μιλώντας σε εκδήλωση του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, υποστήριξε ότι η χαλαρή νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την περίοδο της ελληνικής κρίσης χρέους ήταν κρίσιμη για να αποδώσουν οι μεταρρυθμίσεις, κυρίως στον τομέα της απελευθέρωσης των αγορών και της άρσης των ρυθμιστικών εμποδίων.
Όπως είπε, η άρση περιορισμών, η απελευθέρωση επαγγελμάτων και το άνοιγμα των αγορών στην Ελλάδα θα είχαν πολύ πιο περιορισμένο αποτέλεσμα, αν δεν είχαν συνοδευτεί από εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια και άφθονη ρευστότητα από την ΕΚΤ.
«Εάν η ΕΚΤ δεν είχε εφαρμόσει εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική και δεν είχε προσαρμόσει αποτελεσματικά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της Ελλάδας, το αποτέλεσμα για την Ελλάδα θα ήταν αρκετά διαφορετικό. Το αποτέλεσμα για την Ευρωζώνη θα ήταν αρκετά διαφορετικό. Πιστεύω ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις της ρύθμισης στην παραγωγικότητα, την παραγωγή και τις τιμές...Από αυτή την άποψη, η Ελλάδα και η ΕΚΤ “σήκωσαν την κάνουλα” και μας έχουν δείξει τον δρόμο» τόνισε.
Ο Στ. Μιράν χαρακτήρισε την ελληνική πορεία «τεράστια ιστορία επιτυχίας», σημειώνοντας ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι σήμερα ιδιαίτερα δυναμική σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες.
«Να μειωθούν τα αμερικανικά επιτόκια»
Αναφερόμενος στα αμερικανικά επιτόκια, ο Στ. Μιράν επανέλαβε την θέση του ότι θεωρεί αναγκαία τη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά περίπου 150 μονάδες βάσης τους επόμενους μήνες, υποστηρίζοντας ότι η απορρύθμιση που προωθείται στις ΗΠΑ αυξάνει τη δυνητική ανάπτυξη χωρίς να τροφοδοτεί τον πληθωρισμό και άρα δικαιολογεί χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, εκτίμησε ότι βρίσκεται σε τροχιά αποκλιμάκωσης και «είναι στο σωστό δρόμο», αν και παραδέχθηκε ότι ο πληθωρισμός στα αγαθά ενδέχεται να παραμείνει υψηλός για μεγαλύτερο διάστημα. Για το φαινόμενο αυτό ανέφερε ότι δεν υπάρχει μία μόνο εξήγηση, παραπέμποντας σε παράγοντες όπως οι μετα-πανδημικές διαταραχές, οι περιορισμοί στις εξαγωγές κρίσιμων υλικών και οι βαθύτερες αλλαγές στο παγκόσμιο εμπόριο.
Τέλος, απέρριψε την άποψη ότι οι δασμοί της κυβέρνησης Τραμπ αποτελούν τον βασικό παράγοντα πίσω από τις πληθωριστικές πιέσεις, υποστηρίζοντας ότι η επίδρασή τους στο γενικό επίπεδο τιμών είναι περιορισμένη.
Τέλος, ο Στ. Μιράν είχε ένα ισχυρό μήνυμα για όσους αμφισβητούν την κυρίαρχη θέση του δολαρίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα: Αυτές οι εκτιμήσεις είναι «θόρυβος» είπε, τονίζοντας ότι τα κεφάλαια ακολουθούν την ανάπτυξη, τα εισοδήματα και τις αποδόσεις και ότι αυτά τα τρία θα συνεχίσουν να αυξάνονται στις ΗΠΑ.
«Στο τέλος της ημέρας, οι θεσμοί στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ, πολύ ισχυροί. Και αυτό που έχει σημασία σήμερα είναι πού οι πολιτικές αρχίζουν να λειτουργούν. Και οι ροές κεφαλαίων τελικά ακολουθούν την οικονομική ανάπτυξη, τις αποδόσεις. Αν οι αποδόσεις του κεφαλαίου συνεχίσουν να είναι καλές, επειδή η οικονομική ανάπτυξη είναι καλή, επειδή η πολιτική είναι καλή, νομίζω ότι αυτές οι εικασίες θα αποδειχθούν παραμύθια».