Σε παγκόσμιο επίπεδο, το factoring ανέρχεται σε συνολικό όγκο 3.894 δισ. ευρώ (στοιχεία 2024), με την Κίνα να αποτελεί τον μεγαλύτερο παίκτη
Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (European Banking Authority) εξετάζει το ενδεχόμενο απλοποίησης των κανόνων που διέπουν ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο από επιχειρήσεις για την άμεση εξασφάλιση ρευστότητας, σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του Euronews.
Στο επίκεντρο της πιθανής ρυθμιστικής αλλαγής βρίσκεται το λεγόμενο factoring: μια συναλλαγή μέσω της οποίας μια επιχείρηση που διαθέτει απαιτήσεις από διάφορους πελάτες μπορεί να αποφασίσει να τις εκχωρήσει σε τρίτο μέρος.
Τι είναι το factoring και πώς λειτουργεί
Πρόκειται για ένα χρηματοδοτικό εργαλείο για επιχειρήσεις, μέσω του οποίου μπορούν να λάβουν νέα κεφάλαια με αντάλλαγμα την εκχώρηση απαιτήσεων. Συνήθως, εξειδικευμένες εταιρείες αναλαμβάνουν αυτά τα στοιχεία ενεργητικού, όμως εδώ και χρόνια πολλές τράπεζες δραστηριοποιούνται επίσης στο factoring: όταν συνάπτουν σύμβαση μέσω της οποίας αποκτούν τις απαιτήσεις, λειτουργούν ως «factor».
Με απλά λόγια, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξής: μια εταιρεία έχει πουλήσει λογισμικό σε μια άλλη εταιρεία (δημόσια ή ιδιωτική). Η πρώτη εταιρεία έχει μια απαίτηση έναντι της δεύτερης, η οποία οφείλει να καταβάλει τα σχετικά ποσά.
Ο πιστωτής περιμένει την εξόφληση από τον πελάτη ή, αν χρειάζεται άμεση ρευστότητα, μπορεί να εκχωρήσει την απαίτηση σε έναν factor. Ο τελευταίος, ως αντάλλαγμα για την υπηρεσία, παρακρατεί φυσικά ένα ποσοστό της συνολικής αξίας της απαίτησης. Στο εξής, ο οφειλέτης δεν πληρώνει πλέον την εταιρεία-προμηθευτή, αλλά τον factor.
Ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη πληρωμής
Πιο σύνθετο είναι το ζήτημα του τι συμβαίνει αν ο οφειλέτης δεν πληρώσει. Δεν μεταφέρεται πάντα ο κίνδυνος αφερεγγυότητας μαζί με την απαίτηση: στην περίπτωση αυτή μιλάμε για factoring χωρίς δικαίωμα αναγωγής (non-recourse). Αντίθετα, όταν η απαίτηση εκχωρείται αλλά ο κίνδυνος παραμένει στον εκχωρητή, πρόκειται για factoring με δικαίωμα αναγωγής (with recourse).
Επομένως, οι συναλλαγές αυτές δεν είναι χωρίς ρίσκο. Γι’ αυτό, όπως και σε όλες τις πιστωτικές δραστηριότητες (π.χ. δάνεια ή στεγαστικά), οι τράπεζες υποχρεούνται να διακρατούν κεφάλαια για λόγους προληπτικής εποπτείας, τα λεγόμενα κεφαλαιακά αποθέματα (capital requirements).
Τι εξετάζει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών: δισεκατομμύρια για την πραγματική οικονομία
Σύμφωνα με το Euronews, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών εξετάζει την επέκταση του «τεχνικού ορίου ληκτότητας» για το factoring από τις 30 στις 90 ημέρες (σχετικό έγγραφο διαβούλευσης είχε ήδη δημοσιευθεί τον περασμένο Ιούνιο). Με άλλα λόγια, καθυστερήσεις πληρωμών θα θεωρούνται αθέτηση μόνο μετά από τρεις μήνες και όχι έναν.
Το μέτρο, το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες αναμένεται να οριστικοποιηθεί έως τα τέλη Ιουνίου, θα μπορούσε να απελευθερώσει σημαντική ρευστότητα. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών έχει επιβεβαιώσει ότι η αλλαγή εξετάζεται, χωρίς να προχωρήσει σε περαιτέρω σχόλια.
Σύμφωνα με τον Ντιέγκο Ταβεκκιά, επικεφαλής της ιταλικής ένωσης factoring Assifact και της ευρωπαϊκής Euf, μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να απελευθερώσει έως και 15 δισ. ευρώ χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και πολίτες.
Κατά τον ίδιο, αυτό θα μπορούσε να γίνει χωρίς ιδιαίτερους κινδύνους για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς οι καθυστερήσεις πληρωμών συχνά δεν σημαίνουν πραγματική αφερεγγυότητα αλλά διοικητικές ή λειτουργικές καθυστερήσεις.
Ωστόσο, η καθηγήτρια τραπεζικού δικαίου του Πανεπιστημίου «La Sapienza» της Ρώμης, Τζουλιάνα Σκογκναμίλιο, προειδοποιεί ότι απαιτείται προσοχή, καθώς πρόσφατα δύο ιταλικές τράπεζες, η Banca Sistema και η BFF Bank, αντιμετώπισαν δυσκολίες που συνδέονται με δραστηριότητες factoring.
Η αγορά factoring και οι ευρωπαϊκές διαστάσεις
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το factoring ανέρχεται σε συνολικό όγκο 3.894 δισ. ευρώ (στοιχεία 2024), με την Κίνα να αποτελεί τον μεγαλύτερο παίκτη.
Στην Ευρώπη, η αγορά ανέρχεται σε 2.483 δισ. ευρώ, με τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και την Ισπανία να κατέχουν τα μεγαλύτερα μερίδια.
Περίπου το 54% των συναλλαγών είναι χωρίς δικαίωμα αναγωγής, γεγονός που σημαίνει ότι ο πιστωτικός κίνδυνος μεταφέρεται στον χρηματοπιστωτικό φορέα.
Κίνδυνοι και διδάγματα από το 2008
Οι τράπεζες μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προχωρήσουν σε τιτλοποιήσεις (securitisations) απαιτήσεων, μετατρέποντας μη ρευστά στοιχεία σε εμπορεύσιμα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Ωστόσο, η εμπειρία της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 ανέδειξε τους κινδύνους τέτοιων πρακτικών.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η εποπτεία στην Ευρώπη είναι σήμερα αυστηρότερη, αλλά η ανάγκη προσοχής παραμένει.
Πιθανές προσαρμογές του πλαισίου
Μια πιθανή προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών θα ήταν η διαφοροποίηση των κανόνων ανά κλάδο ή κατηγορία οφειλετών, αντί για οριζόντια αύξηση του ορίου.
Για παράδειγμα, οι δημόσιες διοικήσεις συχνά καθυστερούν πληρωμές αλλά δεν εμφανίζουν υψηλό κίνδυνο αθέτησης. Επομένως, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν διαφοροποιημένα κριτήρια αξιολόγησης.
Στόχος, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της αλλαγής, είναι ένα πιο αναλογικό και «ευαίσθητο στον κίνδυνο» ρυθμιστικό πλαίσιο που θα διευκολύνει τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ευρώπη, χωρίς απορρύθμιση του συστήματος.