Υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία επιχειρηματιών ταξιδεύει στην Κίνα με τον Ντόναλντ Τραμπ: η παρουσία του Τζένσεν Χουάνγκ δείχνει ότι οι εξαγωγές τσιπ τεχνητής νοημοσύνης και το εμπόριο προηγμένης τεχνολογίας θα βρεθούν στο επίκεντρο των συνομιλιών ΗΠΑ–Κίνας.
Καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ φτάνει την Τετάρτη στο Πεκίνο για σύνοδο με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, με στόχο να πιέσει το Πεκίνο να «ανοίξει» περισσότερο στις αμερικανικές επιχειρήσεις, τον συνοδεύει ομάδα κορυφαίων στελεχών από τον χώρο της τεχνολογίας, των χρηματοοικονομικών και της βιομηχανίας, ανάμεσά τους πρόσωπα από τον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης και της Γουόλ Στριτ.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας, ανέφερε ότι η επίσκεψη αποσκοπεί στη διευκόλυνση του διαλόγου για κρίσιμα οικονομικά ζητήματα, όπως τα εμπορικά εμπόδια, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και η γεωπολιτική σταθερότητα, και έδωσε στη δημοσιότητα κατάλογο των επιχειρηματικών ηγετών που συμμετέχουν στο ταξίδι.
Σε μια σημαντική εξέλιξη της τελευταίας στιγμής, ο Τζένσεν Χουάνγκ, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, φέρεται να προστέθηκε στην προεδρική αποστολή. Ενώ προηγουμένως είχε γίνει γνωστό ότι ο κολοσσός των ημιαγωγών δεν θα μετείχε στο ταξίδι, ο Χουάνγκ φαίνεται πως εντάχθηκε στην αντιπροσωπεία την τελευταία στιγμή.
Η παρουσία του Χουάνγκ θεωρείται κρίσιμη, με δεδομένες τις τρέχουσες εντάσεις γύρω από τις εξαγωγές προηγμένου υπολογιστικού εξοπλισμού.
Η κυβέρνηση Τραμπ διατηρεί αυστηρούς περιορισμούς στις πωλήσεις τσιπ τεχνητής νοημοσύνης H200 προς την Κίνα, επικαλούμενη πιθανές στρατιωτικές χρήσεις και απαιτώντας αυστηρή επαλήθευση από τρίτους πριν από οποιαδήποτε αποστολή.
Η Nvidia πιέζει ενεργά τον Λευκό Οίκο να επανεξετάσει αυτούς τους περιορισμούς. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η παρατεταμένη ισχύς τους μπορεί να αποδειχθεί αντιπαραγωγική, ενθαρρύνοντας ενδεχομένως την Κίνα να επιταχύνει την εγχώρια καινοτομία της, ενώ ταυτόχρονα στερεί από τις αμερικανικές επιχειρήσεις την πρόσβαση σε μία από τις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου.
Η συμμετοχή του Χουάνγκ υποδηλώνει ότι το μέλλον των εμπορικών σχέσεων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας θα βρεθεί στο επίκεντρο της διπλωματικής ατζέντας.
Ίλον Μασκ, Τιμ Κουκ, Λάρι Φινκ και άλλοι
Στην αποστολή συμμετέχουν επίσης εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Ίλον Μασκ και ο Τιμ Κουκ.
Ο Μασκ, διευθύνων σύμβουλος της Tesla και της SpaceX, παραμένει κεντρικό πρόσωπο στις οικονομικές σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, λόγω της εκτεταμένης παραγωγικής παρουσίας της Tesla στη χώρα.
Το ταξίδι αυτό έρχεται επίσης μετά τη θητεία του στην ηγεσία του Τμήματος Κυβερνητικής Αποδοτικότητας, ενός προσωρινού φορέα που διαλύθηκε τον Νοέμβριο του 2025. Παρά τις κατά καιρούς δημόσιες διαφωνίες του με τον πρόεδρο, η συμμετοχή του Μασκ υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις του εξακολουθούν να έχουν βαρύτητα για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Παράλληλα, ο Τιμ Κουκ συμμετέχει σε αυτό που αναμένεται να είναι η τελευταία μεγάλη διπλωματική του αποστολή ως διευθύνων σύμβουλος της Apple.
Με τη συνταξιοδότησή του να έχει προγραμματιστεί για την 1η Σεπτεμβρίου, ο Κουκ ετοιμάζεται να παραδώσει τα ηνία στον Τζον Τέρνους. Στη διάρκεια της θητείας του στην κορυφή της Apple, διαχειρίστηκε τις επιπτώσεις των εμπορικών πολέμων ισορροπώντας ανάμεσα στις επενδύσεις στο εσωτερικό και την παραγωγή στο εξωτερικό.
Για να περιορίσει τις επιπτώσεις των δασμών, η Apple δεσμεύτηκε πρόσφατα να επενδύσει 600 δισ. δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες (510,8 δισ. ευρώ), κίνηση που της εξασφάλισε καίριες εξαιρέσεις για τα βασικά της προϊόντα.
Τον αεροπορικό κλάδο εκπροσωπεί ο Κέλι Όρτμπεργκ, διευθύνων σύμβουλος της Boeing, ο οποίος προσπαθεί να διασφαλίσει την επίτευξη των στόχων παράδοσης αεροσκαφών μέσα σε ένα δύσκολο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Η Boeing αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια από τότε που το Πεκίνο αύξησε, τον Απρίλιο του 2025, τους εισαγωγικούς δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα στο 125%, ως αντίποινα για την απόφαση της Ουάσινγκτον να ανεβάσει τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα στο 145%.
Ο Όρτμπεργκ έχει εκφράσει στο παρελθόν την πεποίθηση ότι αυτές οι εμπορικές εντάσεις δεν θα εμποδίσουν την οικονομική ανάκαμψη της εταιρείας, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για μια μεγάλη πώληση αεροσκαφών.
Στους βιομηχανικούς αυτούς ηγέτες προστίθεται και ομάδα στελεχών της Γουόλ Στριτ, μεταξύ των οποίων ο Λάρι Φινκ της BlackRock, ο Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sachs και η Τζέιν Φρέιζερ της Citigroup. Παρόντα φέρονται να είναι επίσης στελέχη της Meta, της Mastercard και της Visa, εκπροσωπώντας μια ευρεία συμμαχία αμερικανικών οικονομικών συμφερόντων.
Όλοι μαζί, τα στελέχη αυτά επιχειρούν να σταθεροποιήσουν μια εμπορική σχέση που χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο από προστατευτικά μέτρα και από οξύ ανταγωνισμό στην τεχνολογία.