Οι καθαρές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών διαφέρουν σημαντικά στην Ευρώπη: μόνο στην Ελλάδα οι δαπάνες ξεπερνούν τα εισοδήματα, με ειδικούς να τονίζουν προφύλαξη και σύνταξη ως βασικά κίνητρα αποταμίευσης.
Οι άνθρωποι αποταμιεύουν για πολλούς λόγους, κάτι που τους βοηθά να δημιουργήσουν περιουσία και να προετοιμαστούν για απρόβλεπτα έξοδα. Μια πρόσφατη μελέτη αποκάλυψε (πηγή στα Αγγλικά) ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων αποταμιεύουν για προληπτικούς λόγους, ενώ για τους μισούς η συνταξιοδότηση αποτελεί το κυρίαρχο κίνητρο.
Σε ποιες ευρωπαϊκές χώρες αποταμιεύουν περισσότερο οι πολίτες; Και πόσο από το διαθέσιμο εισόδημά τους βάζουν πραγματικά στην άκρη οι Ευρωπαίοι;
Η καθαρή αποταμίευση των νοικοκυριών αντιστοιχεί στο τμήμα του εισοδήματός τους που δεν δαπανάται για τελική κατανάλωση.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τα ποσοστά καθαρής αποταμίευσης των νοικοκυριών διαφέρουν σημαντικά στην Ευρώπη. Το 2024 ή το 2025 κυμαίνονται από -9,3% στην Ελλάδα έως 14,7% στη Σουηδία και την Ουγγαρία, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 8,1%.
Ελλάδα: οι δαπάνες ξεπερνούν το εισόδημα
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα με αρνητικό ποσοστό. Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά δαπάνησαν περισσότερα από το καθαρό διαθέσιμο εισόδημά τους, αντλώντας από τις αποταμιεύσεις που είχαν ήδη ή δανειζόμενα για να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες τους.
Μαζί με την Ουγγαρία και τη Σουηδία, ποσοστό καθαρής αποταμίευσης άνω του 10% καταγράφεται και στην Τσεχία (13,7%), τη Γαλλία (12,8%), τη Γερμανία (10,3%) και τις Κάτω Χώρες (10,2%).
Η Ισπανία (9,2%) και η Ιρλανδία (9%) παραμένουν επίσης πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία: οι μεγάλες οικονομίες με τα χαμηλότερα ποσοστά αποταμίευσης
Ενώ η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά αποταμίευσης από τον μέσο όρο της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο (4,7%) και η Ιταλία (3,2%) καταγράφουν σχετικά χαμηλότερα επίπεδα.
Στη Λετονία, το ποσοστό είναι μηδενικό, που σημαίνει ότι τα νοικοκυριά ξοδεύουν ολόκληρο το εισόδημά τους. Η Σλοβακία (2%), η Εσθονία (3%), η Πορτογαλία (3,4%) και η Λιθουανία (3,8%) βρίσκονται όλες κάτω από το 4%.
Δύο σκανδιναβικές χώρες υπολείπονται επίσης του μέσου όρου της ΕΕ: η Δανία (7,5%) και η Φινλανδία (4,4%).
Ο υπολογισμός των ποσοστών αποταμίευσης είναι περίπλοκος
«Ο υπολογισμός των ποσοστών αποταμίευσης των νοικοκυριών είναι πολύ περίπλοκος και η σύγκριση μεταξύ χωρών ακόμη πιο περίπλοκη», δήλωσε στο Euronews Business ο Μίκαελ Χαλιάσσος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γκαίτε της Φρανκφούρτης.
Επεσήμανε τις δυσκολίες στη μέτρηση τόσο του διαθέσιμου εισοδήματος όσο και της κατανάλωσης των νοικοκυριών.
Το εισόδημα είναι επιρρεπές σε εσφαλμένη ή μη δήλωση, συχνά λόγω φόβου για τις φορολογικές αρχές ή ανησυχιών σχετικά με την εμπιστευτικότητα.
Η κατανάλωση, από την άλλη, είναι δύσκολο να αποτυπωθεί στις έρευνες, καθώς εξαρτάται από τη μνήμη των ερωτώμενων, ενώ οι προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων μέτρησης διαφέρουν από χώρα σε χώρα.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Ο Χαλιάσσος σημείωσε ότι η Ελλάδα κατέγραφε το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών με κατανάλωση υψηλότερη από το εισόδημα στην ΕΕ στο αποκορύφωμα της κρίσης χρέους το 2015 και το δεύτερο υψηλότερο (μετά τη Ρουμανία) ακόμη και γύρω στο 2020, κατά την πανδημία COVID-19, όταν οι ευκαιρίες για κατανάλωση είχαν μειωθεί δραματικά.
Το ποσοστό αποταμίευσης της Ελλάδας ήταν κατά βάση θετικό στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αν και πέρασε για λίγο κάτω από το μηδέν δύο φορές.
Η εικόνα άλλαξε απότομα μετά το 2010, καθώς η κρίση χρέους βύθισε το ποσοστό σε έντονα αρνητικά επίπεδα, με το χαμηλότερο σημείο στο -16,5% το 2013. Έκτοτε δεν ανέκαμψε ουσιαστικά.
Αφού πλησίασε και πάλι το μηδέν το 2021, η Ελλάδα υποχώρησε ξανά στο -12,2% το 2022 και έκτοτε παραμένει γύρω στο -9%.
Ο μέσος όρος της ΕΕ παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερός την ίδια περίοδο, με απότομο άλμα στο 12,4% το 2020, καθώς τα lockdown της πανδημίας περιόρισαν τις δυνατότητες κατανάλωσης των νοικοκυριών.
Η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες της ΕΕ το 2024 όπου, σύμφωνα με τη Eurostat, το μέσο επίπεδο προσαρμοσμένου ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά κεφαλήν ήταν περισσότερο από 20,0% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ο Μίκαελ Χαλιάσσος τόνισε ότι δεν υπάρχουν μόνιμα «υψηλοί αποταμιευτές» και «χαμηλοί αποταμιευτές» μεταξύ των χωρών της ΕΕ, αλλά ότι οι διαφορές οφείλονται στο πώς αντιδρούν οι επιμέρους οικονομίες στις διάφορες κρίσεις.
«Καθοριστικοί παράγοντες του ποσοστού αποταμίευσης είναι η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού και η ανταπόκριση των διαφορετικών ηλικιακών και επαγγελματικών ομάδων νοικοκυριών στις εκάστοτε κρίσεις», είπε.
Γιατί αποταμιεύουν οι Ευρωπαίοι; Ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων ασφαλείας
Οι Τσάρλς Γιούτζι Χοριόκα και Λουίτζι Βεντούρα διαπίστωσαν ότι η γενναιοδωρία των κοινωνικών δικτύων ασφαλείας φαίνεται να επηρεάζει τη βαρύτητα των ατομικών κινήτρων για αποταμίευση.
Οι άνθρωποι τείνουν να αποταμιεύουν λιγότερο για τη συνταξιοδότηση σε χώρες με γενναιόδωρα δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα και λιγότερο για απρόβλεπτα έξοδα σε χώρες με ισχυρά δημόσια συστήματα υγείας.
«Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η συνταξιοδότηση και τα προληπτικά κίνητρα αποτελούν τα κυρίαρχα κίνητρα για αποταμίευση στην Ευρώπη, εν μέρει επειδή τα κοινωνικά δίχτυα ασφαλείας δεν είναι πλήρως επαρκή», ανέφεραν στην εργασία τους για το NBER που δημοσιεύτηκε το 2025.