Περισσότεροι Ευρωπαίοι αντέχουν οικονομικά διακοπές μίας εβδομάδας, αλλά όχι παντού: σε πέντε χώρες αυξάνεται το ποσοστό όσων δεν μπορούν, ανάμεσά τους η Γερμανία και τρεις σκανδιναβικές.
Το καλοκαίρι είναι περίοδος διακοπών σε όλη την Ευρώπη, όμως εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να μην μπορούν να διαθέσουν τα χρήματα για μία εβδομάδα μακριά από το σπίτι. Παρ' όλα αυτά, το ποσοστό των Ευρωπαίων που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για διακοπές έχει μειωθεί σημαντικά.
Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού της ΕΕ ηλικίας 16 ετών και άνω δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά μία εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 35,2% το 2015, που σημαίνει μείωση κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες και σημαντική βελτίωση στην οικονομική προσβασιμότητα των διακοπών.
Σε πέντε χώρες, το ποσοστό των ανθρώπων που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά διακοπές έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η άνοδος ήταν οριακή. Πρόκειται για τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, τη Γερμανία και την Αυστρία. Οι τρεις σκανδιναβικές χώρες κατέγραψαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις, αλλά τα ποσοστά τους παραμένουν από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.
Στη Γερμανία και την Αυστρία η τάση αυτή αντιστρέφεται, με περίπου έναν στους πέντε ανθρώπους να μην μπορεί να αντέξει οικονομικά διακοπές μίας εβδομάδας το 2025. Το ποσοστό αυξήθηκε κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στη Γερμανία και κατά 0,3 μονάδες στην Αυστρία μέσα στη δεκαετία.
Η οικονομία των διακοπών
Ποιες ευρωπαϊκές χώρες έχουν σήμερα το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μία εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι; Ποιες χώρες είδαν τη μεγαλύτερη βελτίωση στην οικονομική δυνατότητα για διακοπές την τελευταία δεκαετία; Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την προσιτότητα των διακοπών;
Το 2025, το ποσοστό των ανθρώπων που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μία εβδομάδα διακοπών παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις στην Ευρώπη. Κυμαίνεται από 9% στην Ελβετία και τη Νορβηγία έως 61% στη Ρουμανία.
Περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους δεν μπορούσαν επίσης να αντέξουν οικονομικά διακοπές στο Μαυροβούνιο (58%), την Αλβανία (53%) και την Τουρκία (51%). Η Βόρεια Μακεδονία (48%) και η Ελλάδα (47%) βρίσκονταν επίσης κοντά σε αυτά τα επίπεδα.
Το ποσοστό ξεπερνά επίσης το ένα τρίτο του πληθυσμού στη Βουλγαρία (39%), την Ουγγαρία (39%), τη Σερβία (36%) και την Ιταλία (36%).
Το ποσοστό όσων δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά διακοπές ήταν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ στην Πορτογαλία (33%), την Κροατία (33%), την Ισπανία (32%), τη Λιθουανία (31%), τη Σλοβακία (29%), τη Λετονία (29%), την Κύπρο (28%) και τη Μάλτα (28%).
Στον αντίποδα, το ποσοστό ήταν 15% ή λιγότερο στο Λουξεμβούργο, τη Σουηδία, τις Κάτω Χώρες, τη Δανία, τη Φινλανδία και τη Σλοβενία, καθώς και στην Ελβετία και τη Νορβηγία, όπου ανερχόταν σε 9%.
Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 21% στη Γερμανία και 23% στη Γαλλία.
Η Νότια και η Νοτιοανατολική Ευρώπη καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα «στέρησης» διακοπών. Σε αυτές περιλαμβάνονται και οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες της ΕΕ. Η Βόρεια Ευρώπη, ιδίως οι σκανδιναβικές χώρες, και η Δυτική Ευρώπη εμφανίζουν τα χαμηλότερα επίπεδα. Η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη συνήθως βρίσκεται κάπου ανάμεσα, με σημαντικές πάντως διαφορές από χώρα σε χώρα.
Ο ρόλος του ΑΕΠ και των οικονομικών ανισοτήτων
Εξηγώντας τα στοιχεία του 2023, οι ειδικοί υπογραμμίζουν τον ρόλο των εισοδηματικών επιπέδων.
Ο καθηγητής C. Michael Hall από το Πανεπιστήμιο Canterbury επισήμανε ότι το επίπεδο του διαθέσιμου εισοδήματος είναι σαφώς κρίσιμο, καθώς επιτρέπει στους ανθρώπους να δαπανούν χρήματα για διακοπές. «Οι ανισότητες όσον αφορά τις διακοπές και τις σχετικές δαπάνες αντικατοπτρίζουν ευρύτερες οικονομικές ανισότητες εντός της ΕΕ», σημείωσε.
Η καθηγήτρια Lynn Minnaert από το Metropolitan State University του Ντένβερ ανέφερε ότι οι διαφορές μεταξύ των χωρών συνδέονται συνήθως με τη δύναμη της εκάστοτε οικονομίας. Τόνισε ότι οι χώρες με τα υψηλότερα επίπεδα στέρησης διακοπών έχουν χαμηλότερο ΑΕΠ σε σχέση με εκείνες όπου το φαινόμενο είναι πιο περιορισμένο.
Το διάγραμμα παραπάνω αποτυπώνει αυτή την τάση, παρουσιάζοντας το ποσοστό των ανθρώπων που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά διακοπές σε συνδυασμό με τις ετήσιες καθαρές αποδοχές ενός εργαζομένου χωρίς παιδιά που λαμβάνει τον μέσο μισθό.
Πριν από δεκαπέντε χρόνια, σχεδόν 2 στους 5 ανθρώπους (38,8%) στην ΕΕ δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά διακοπές μίας εβδομάδας. Το ποσοστό αυτό μειώθηκε σταδιακά αφού κορυφώθηκε το 2012 στο 40,5%, φτάνοντας το 28% το 2019. Έκτοτε παραμένει σχετικά σταθερό γύρω στο 27-28%.
Συγκρίνοντας τα στοιχεία του 2015 και του 2025, στις 25 από τις 30 χώρες καταγράφεται μείωση στο ποσοστό των ανθρώπων που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά διακοπές, ενώ σε πέντε χώρες παρατηρείται αύξηση. Τρεις βόρειες χώρες παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις σε ποσοστιαίες μονάδες: η Νορβηγία κατά 3,8 μονάδες, η Σουηδία κατά 3,2 και η Φινλανδία κατά 1,5.
Ωστόσο, οι χώρες αυτές ξεκινούσαν από σχετικά χαμηλά επίπεδα το 2015. Για παράδειγμα, το ποσοστό όσων δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά διακοπές ήταν μόλις 5,3% στη Νορβηγία και 9,2% στη Σουηδία. Έως το 2025, τα ποσοστά αυτά αυξήθηκαν σε 9,1% και 12,4% αντίστοιχα.
Στη Γερμανία και την Αυστρία, όπου περίπου ένας στους πέντε ανθρώπους δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά διακοπές, το ποσοστό αυξήθηκε κατά 1,2 και 0,3 μονάδες αντίστοιχα.
Αντίθετα, στην Κροατία και τη Σερβία το ποσοστό των ανθρώπων που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά μία εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι μειώθηκε κατά 33 και 32 μονάδες αντίστοιχα.
Η μείωση έφτασε τις 26 μονάδες στην Κύπρο, τις 22 στην Ιρλανδία και τις 21 στη Βουλγαρία και την Τουρκία. Η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Μάλτα και η Ουγγαρία κατέγραψαν επίσης σημαντικές μειώσεις, άνω των 15 ποσοστιαίων μονάδων.