Η Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων φιλοξενεί μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του Αλέξανδρου Ψυχούλη με τίτλο «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις»
Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης συμπλήρωσε 40 χρόνια διαδρομής στη σύγχρονη ελληνική τέχνη. Μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων έρχεται να φωτίσει σημαντικές στιγμές της πορείας του πληθωρικού και ακάματου δημιουργού, ο οποίος δεν σταμάτησε να πειραματίζεται με διαφορετικά εικαστικά μέσα και πρακτικές στο πέρασμα των χρόνων και να αντλεί έμπνευση από την ποπ κουλτούρα, την ψηφιακή τεχνολογία, τη μόδα και την αρχιτεκτονική.
Τον συναντήσαμε και μιλήσαμε μαζί του γι’ αυτή τη διαδρομή, την αναδρομική και τα θέματα που τον ενδιαφέρουν, τις πρακτικές και τα μέσα που χρησιμοποίησε:
«Όταν ήμουν μικρός, ήμουν από τα παιδιά που ήθελαν να κάνουν πολλά πράγματα. Δηλαδή μου άρεσε να κάνω θέατρο, ζωγραφική, να κάνω μουσική. Ήθελα να τα κάνω όλα. Ανέβαινα στα βουνά, ερωτευόμουν. Οι γονείς μου, μου έλεγαν συνεχώς ένα πράγμα: “Παιδί μου, μην τα κάνεις όλα μαζί. Κάνε ένα και κάντο καλά”. Και αυτό μου δημιουργούσε κάποιες ενοχές, γιατί δεν ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω μόνο ένα. Ένιωθα μάλλον ότι όλα αυτά τα πολλά ήταν ένα. Μεγαλώνοντας, άρχισα να υποστηρίζω αυτή την άποψη και προσπαθούσα μάλιστα να την αποδείξω κιόλας, όπως προσπαθούμε να αποδείξουμε τους εαυτούς μας, καθώς μεγαλώνουμε. Ήθελα να αποδείξω ότι μπορείς να ασχοληθείς με πολλά είδη, ειδικά της τέχνης. Γιατί αυτά τα είδη συνδέονται υποδόρεια.
Είχα δύο δασκάλους, τον Παναγιώτη Τέτση και τον Τάκη. Απέναντι και στους δύο δασκάλους μου, ήμουν λίγο αντιδραστικός. Δεν τους άφηνα να μου μάθουν πολλά πράγματα. Ο Τέτσης κατάφερε να μου μάθει πολλά, μέσα από την μαγειρική, χωρίς να το καταλάβω. Δηλαδή μου δίδαξε, μαγειρεύοντας, τι εστί μέτρο, τι εστί ρυθμός, τον σεβασμό προς το μέσο, την ειλικρίνεια. Αυτά είναι πολύ ουσιαστικά πράγματα μέσα στις τέχνες και είναι οι σύνδεσμοι που ενώνουν όλα τα είδη της τέχνης, κάτω από το έδαφος. Κάπως έτσι νομίζω ότι λειτουργούσα και λειτουργώ στο όνομα αυτών των παιδιών, που νιώθουν διασπασμένα, που νιώθουν ότι θέλουν να κάνουν πολλά πράγματα. Οπότε ναι, όλα αυτά τα πράγματα ενώνονται και είναι διαφορετικοί τρόποι του ίδιου αφηγήματος.
Την εποχή που εγώ μπήκα στο χώρο της τέχνης, είχαμε στα χέρια μας για πρώτη φορά την ψηφιακή τεχνολογία. Οι εικαστικοί τη βλέπανε λίγο επιφυλακτικά. Εγώ όμως δεν είχα κανένα πρόβλημα να τη χρησιμοποιήσω. Ίσα ίσα μου φαινόταν πολλά υποσχόμενη. Έβρισκα μέσα της μια τρομερή μαγεία. Πιστεύαμε τότε ότι θα χρησιμοποιήσουμε την ψηφιακή τεχνολογία για να δημιουργήσουμε εντελώς νέες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Πιστεύαμε ότι το διαδίκτυο ήταν μια πλανητική δημοκρατία, στην οποία όλοι ακουγόντουσαν. Όλα αυτά διαψεύστηκαν σιγά σιγά. Δηλαδή, το ίντερνετ αυτή την στιγμή είναι μια πλατφόρμα περισσότερο καταστολής, παρά αυτό που οραματιστήκαμε. Το λάθος ήταν ότι δεν είχαμε υπολογίσει πως τα software, τα μέσα δηλαδή που χρησιμοποιούσαμε, ανήκαν σε εταιρίες και αυτές είχαν άλλα σχέδια. Μας νίκησαν σε αυτό. Σιγά σιγά λοιπόν, από τα πρώτα ψηφιακά μου έργα και την προσπάθειά μου να ψηλαφήσω αυτή τη νέα εποχή και την ποπ κουλτούρα, άρχισα να περνάω σε μια τρομερή διάθεση για βαρύτητα, υλικότητα και για χειρωναξία. Και όσο περνά ο καιρός, αυτές τις αξίες εκτιμώ ακόμα πιο πολύ.
Τα έργα που έφτιαξα όλο αυτό το διάστημα, τα έχω χάσει σιγά σιγά. Έχουν ακολουθήσει τη δική τους διαδρομή. Κάνουν τη δική τους ζωή, μακριά από μένα. Δηλαδή κάποια τα έχουν υιοθετήσει άλλοι άνθρωποι και ζουν με αυτά. Ήρθε η στιγμή λοιπόν να τα ξαναδώ χάρη σε αυτή την έκθεση, να ξανάρθουν σε μένα, σαν να ήταν ορφανά που τα είχα εγκαταλείψει και τα ξαναβλέπω. Μέσα από αυτή την αναδρομική, βλέπω τους άλλους μου εαυτούς και αντιλαμβάνομαι ότι εντάξει, δεν ήμουν τόσο τεμπέλης, όσο πίστευα ότι είμαι. Μερικές φορές μάλιστα, δεν αναγνωρίζω καν τον εαυτό μου σε αυτά».
Η πανεπιστημιακή του πορεία και διδασκαλία μετρά πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα. Έχει αλλάξει τη ζωή του, τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα, την καλλιτεχνική του προσέγγιση;
«Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο κι άρχισα να διδάσκω, ήμουν γύρω στα 30. Είναι η εποχή και η ηλικία μάλλον που αρχίζεις να χάνεις την οργή σου. Για μένα η οργή και η άγνοια κινδύνου ήταν οι κινητήριες δυνάμεις για να φτιάχνω τα έργα μου, στη νεότητά μου. Όταν άρχισα να χάνω την οργή, γιατί όταν μεγαλώνει άνθρωπος τη χάνει μοιραία, ήλπιζα ότι αν μπω στο πανεπιστήμιο θα μπορούσα να την κλέβω από τους φοιτητές μου. Όμως το 2000 που μπήκα εγώ στο πανεπιστήμιο, οι φοιτητές είχαν ηρεμήσει αρκετά. Δεν είχαν αυτή την τρέλα που εγώ αναζητούσα, αυτή που νοσταλγούσα από τα δικά μου πανεπιστημιακά χρόνια.
Αυτό με εξόργισε και προσπαθούσα διαρκώς να τους βάλω φωτιά. Μπορεί να μην κατάφερα λοιπόν να κλέψω την οργή από τους φοιτητές μου, κατάφερα όμως να τους κλέψω λίγη από τη νεότητά τους. Κατάφερα να ζω μαζί τους, να μιλάμε πάρα πολύ και να απολαμβάνω την άγνοια κινδύνου τους. Να νιώθω κι εγώ πως έχω μια ζωή μπροστά μου, που είναι βέβαια μια ψευδαίσθηση».
Η έκθεση περιλαμβάνει περισσότερα από 150 ζωγραφικά έργα, εγκαταστάσεις, animation, comics, γλυπτά, σημειώσεις και προσχέδια, χωρίς να ακολουθείται όμως χρονολογική σειρά. Αυτή η συναρπαστική σύνοψη που εκτείνεται και τους τρεις ορόφους του κτιρίου έχει τίτλο «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις».
Πίσω από αυτή την πλούσια πορεία, βρίσκεται ένας άνθρωπος που μιλάει για τις επιθυμίες και τις εμμονές του, για τα πάθη και τους φόβους του, για τις ανησυχίες και τις δύσκολες στιγμές του. Ο ίδιος ομολογεί ότι καταφεύγει στη δημιουργία, γιατί κάνει τη ζωή του υποφερτή. Τι είναι αυτό που τον ενδιαφέρει σήμερα στην τέχνη;
«Θα σου πω πρώτα τι δεν με ενδιαφέρει στη σύγχρονη τέχνη, οπότε προσπαθώ να κάνω το αντίθετο. Σήμερα, στη σύγχρονη τέχνη, καθώς και σε πάρα πολλά πράγματα, γιατί η τέχνη καθρεφτίζει τις ιδέες της εποχής της, υπάρχει τρομερή αιτιοκρατία. Δηλαδή όλοι οι καλλιτέχνες προσπαθούν να εξηγήσουν τα πράγματα που φτιάχνουν. Αυτό εμένα δε με ενδιαφέρει καθόλου. Με ενδιαφέρουν ακόμα οι συγκινήσεις που μπορούν να προκληθούν μέσα από την τέχνη. Νομίζω ότι η έκθεση στα Χανιά είναι μια ανθρώπινη έκθεση, που μπορεί να την προσεγγίσει ο καθένας, είτε έχει κάποια γνώση για τη σύγχρονη τέχνη, είτε δεν έχει. Πραγματικά δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτα για να μπεις να δεις αυτή την έκθεση. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η επικοινωνία μεταξύ του κοινού και αυτών των πραγμάτων που φτιάχνω. Η επικοινωνία ήταν κάτι που με ενδιέφερε πάντα.
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο της εικαστικής μου πλευράς, με ενδιαφέρει πλέον πάρα πολύ η μουσική. Η άγνοια κινδύνου ήταν κινητήρια δύναμη για να φτιάξω πολύ μεγάλα και δύσκολα έργα. Σιγά σιγά όμως, δουλεύοντας πάνω σε αυτές τις τεχνικές που χρησιμοποίησα, κατέκτησα τα μέσα και μου είναι πια δύσκολο να ρισκάρω έως αδύνατο. Ένα κόλπο λοιπόν για να μπορώ να ξαναβρίσκω τον κίνδυνο, είναι να αλλάζω μέσα. Αυτή τη στιγμή ασχολούμαι με τη μουσική. Το επόμενο πρότζεκτ που ετοιμάζω, είναι εντελώς μουσικό. Μάλιστα οι φίλοι μου με δουλεύουν γι’ αυτό, αλλά είναι ένας δίσκος με δικά μου τραγούδια».
Πώς λειτουργεί όμως για τον ίδιο τον καλλιτέχνη αυτή η αναδρομή; Είναι ένα τέλος, μια στάση με διάθεση αναστοχασμού αυτών των τεσσάρων δεκαετιών ή μια ευκαιρία επανεκκίνησης;
«Σε αυτή την έκθεση συνδιαλέγονται διάφορες πτυχές του εαυτού μου. Το πιο ωραίο σημείο για μένα στην έκθεση είναι η προθήκη με όλα τα σημειωματάριά μου, γιατί είναι φτιαγμένα, χωρίς να έχω τη διάθεση ή την πρόθεση να τα δείξω κάπου. Δεν μου περνούσε ποτέ από το μυαλό, όταν θα ερχόταν μια στιγμή που θα τα έδειχνα. Είναι λοιπόν πολύ ειλικρινή. Αποτυπώνουν επίσης τη μεγάλη μου προσήλωση στην καθημερινή σημείωση, που είναι μια προσπάθεια να φτιάξεις μια μορφή συνείδησης.
Αυτή η αναδρομική εμένα με ξαφνιάζει. Με ξαφνιάζει πώς περάσανε σαράντα χρόνια από τότε που άρχισα να δουλεύω. Για μένα δεν τίθεται θέμα επανεκκίνησης. Μου αρέσει πάρα πολύ η λογική του Γούντι Άλεν. Ο Γούντι Άλεν είναι ένας άνθρωπος, που μας αρέσει το πώς αφηγείται. Δεν προσπάθησε ποτέ να κάνει μια υπερπαραγωγή. Κάθε φορά η ταινία του τελειώνει σε ένα μαύρο φόντο με άσπρα, ανισόπαχα γράμματα και η επόμενη αρχίζει σε μαύρο φόντο με άσπρα γράμματα, σαν να συνεχίζεται το αφήγημα. Δηλαδή, αυτό που θέλω να πω είναι ότι η αναδρομική δεν είναι ούτε καν μια στάση. Η πορεία συνεχίζεται. Είναι σαν το σαλιγκάρι που δεν σταματάει ποτέ και αφήνει πίσω του αυτό το ιριδίζον σάλιο. Ή θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω και το παράδειγμα του σκουληκιού, που και αυτό δε σταματάει να κινείται. Είναι πολύ ωραίο παράδειγμα το σκουλήκι, γιατί όταν πέφτει πάνω σε τοίχο, δεν σταματάει, απλά αλλάζει κατεύθυνση. Λοιπόν κι εγώ συνεχίζω με παρόμοιο τρόπο».
Την αναδρομική του Αλέξανδρου Ψυχούλη στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων επιμελείται ο ιστορικός τέχνης Χριστόφορος Μαρίνος. Η έκθεση διαρκεί έως τις 4 Οκτωβρίου.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης γεννήθηκε στο Βόλο το 1966 και σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Τα πρώτα του έργα είναι αλληλεπιδραστικές εγκαταστάσεις, οι οποίες ενεργοποιούνται από τον θεατή και διερευνούν το υποσυνείδητό του, αποκωδικοποιώντας σε εικόνες ή ήχους τους φόβους, τις επιθυμίες ή τις αναμνήσεις του.
Η διερεύνηση του τοπίου της ψηφιακής πραγματικότητας αποτελεί και σήμερα κεντρικό άξονα της δουλειάς του, η οποία αποτελείται από εγκαταστάσεις στον χώρο, animation και ζωγραφική. Το 1997 τιμήθηκε με το βραβείο Benesse για το έργο του Black Box, με το οποίο συμμετείχε στην 47η Biennale της Βενετίας, και έχει πραγματοποιήσει πλήθος εκθέσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι καθηγητής «Τέχνης και Τεχνολογίας» στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
ΙΝFO
Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων
Χάληδων 98–102, τηλ.: 30 2821 341680
Ωράριο Λειτουργίας
Δευτέρα: 10.00-14.00, Τρίτη-Σάββατο: 10.00-14.00 & 19.00-22.00, Κυριακή: Κλειστά
Κάθε Τρίτη: ελεύθερη είσοδος για όλους.
- Γενική είσοδος: 5 €
- Μειωμένο εισιτήριο: 2 €