Πολύ δηλητηριώδη φίδια, όπως ακανθόφιδες, κρέιτ και μαύρο μάμπα, μετακινούν τον βιότοπό τους λόγω ανόδου θερμοκρασίας και ανθρώπινης παρουσίας
Οι υψηλότερες θερμοκρασίες ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο δαγκωμάτων από φίδια σε όλο τον κόσμο, καθώς τα ερπετά μετακινούνται σε νέα ενδιαιτήματα, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Η έρευνα, με επικεφαλής τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), δημοσιεύθηκε την Πέμπτη στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Neglected Tropical Diseases.
Τονίζει ότι περισσότερα φίδια μπορεί να μετακινηθούν πιο κοντά σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, αλλά και σε μέρη που μέχρι σήμερα δεν είχαν έρθει αντιμέτωπα με είδη δηλητηριωδών ερπετών, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την άνοδο της θερμοκρασίας και την ανθρώπινη εισβολή στα ενδιαιτήματά τους.
Πιθανό αποτέλεσμα είναι η αύξηση των συναντήσεων μεταξύ φιδιών και ανθρώπων, με περισσότερα δαγκώματα αλλά και περισσότερους θανάτους ερπετών.
Παρότι τα στατιστικά στοιχεία για τα δαγκωμάτων από φίδια είναι συχνά ασαφή και δύσκολα προσβάσιμα, η πλειονότητα των περιστατικών καταγράφεται στις τροπικές περιοχές, ιδίως στη Νότια Ασία. Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, σημειώνονται περίπου τέσσερα εκατομμύρια νέα κρούσματα κάθε χρόνο.
Ωστόσο, αν και οι κίνδυνοι ήταν σε γενικές γραμμές κατανοητοί σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, μέχρι τώρα υπήρχε ελάχιστη σαφήνεια για το πώς μπορεί να μεταβληθούν στο μέλλον λόγω της αύξησης του πληθυσμού και των κλιματικών τάσεων.
Η νέα μελέτη αξιοποιεί μια σειρά από ιδιωτικές και δημόσιες βάσεις δεδομένων, αρχεία μουσείων, επιστημονική βιβλιογραφία και πλατφόρμες συμμετοχικής επιστήμης, προκειμένου να χαρτογραφήσει με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια πού ζουν τα πιο δηλητηριώδη φίδια στον πλανήτη. Στη συνέχεια επιχειρεί να προβλέψει πώς οι υψηλότερες θερμοκρασίες θα αλλάξουν μέχρι το 2050 και το 2090 τις περιοχές όπου απαντώνται αυτά τα είδη.
Ποια είδη ενδέχεται να αλλάξουν ενδιαιτήματα τα επόμενα χρόνια;
Πολλά είδη φιδιών ενδέχεται τα επόμενα χρόνια να αναγκαστούν να αναζητήσουν νέα ενδιαιτήματα, τόσο λόγω των μεταβαλλόμενων τοπίων όσο και των πιέσεων από την κλιματική αλλαγή.
Σε αυτά περιλαμβάνονται τα cottonmouth moccasins της Βόρειας Αμερικής, οι αφρικανικές κόμπρες που φτύνουν δηλητήριο και οι οχιές στη Νότια Αμερική και την Ευρώπη, καθώς και τα κράιτ στην Ασία. Δεδομένου ότι ορισμένα από αυτά τα πιο θανατηφόρα είδη μπορεί να επεκταθούν σε ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένες περιοχές, δισεκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να εκτεθούν σε αυξημένο κίνδυνο δαγκωμάτων από φίδια.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ορισμένοι από τους μεγαλύτερους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής αφορούν τα ίδια τα είδη των φιδιών.
Αυτό αναμένεται να ισχύσει ιδίως για τα κοραλλιοειδή φίδια στον Αμαζόνιο, τις οχιές puff adder στην Αφρική και τα copperhead στην Παπούα Νέα Γουινέα, τα οποία θα έρθουν αντιμέτωπα τόσο με υψηλότερες θερμοκρασίες όσο και με την ολοένα μεγαλύτερη μετατροπή υγροτόπων, λιβαδιών και δασών σε μονοκαλλιέργειες, ράντσα και πόλεις. Σε ακραίες περιπτώσεις, ορισμένα είδη μπορεί να φτάσουν ακόμη και στα πρόθυρα της εξαφάνισης.
Πολλά άλλα είδη, όπως η μαύρη μάμπα, είναι πιθανό να μετακινηθούν από την κενυατική ακτή και περιοχές της Ερυθραίας, της Αιθιοπίας, του Τζιμπουτί και του Κονγκό σε τμήματα της Νιγηρίας, της Νότιας Αφρικής και της Σομαλίας.
Σε περιοχές με μεγάλο πληθυσμό, οι συναντήσεις με φίδια μπορεί τα επόμενα χρόνια να γίνουν συχνό φαινόμενο σε πολυσύχναστα σημεία όπως παιδικές χαρές, διαδρομές τρεξίματος, πηγές νερού και γεωργικές εκτάσεις.
Για παράδειγμα, στην Ινδία, μερικά από τα πιο επικίνδυνα φίδια, όπως οι οχιές του Ράσελ, οι κοινές κόμπρες και τα κράιτ, είναι πιθανό να μετακινηθούν από τον νότο προς τον πολύ πιο πυκνοκατοικημένο βορρά. Αντίστοιχα, τα κράιτ στην Ασία ενδέχεται να μετακινηθούν από την επαρχία Γιουνάν της Κίνας και τα δάση της Μιανμάρ προς τις πιο πολυσύχναστες πόλεις του βορρά και του κέντρου.
Η αλλαγή αυτή αναμένεται να είναι ακόμη πιο θανατηφόρα στις φτωχότερες αγροτικές περιοχές, όπου οι αγρότες συχνά εργάζονται ξυπόλητοι στα χωράφια και οι υπηρεσίες υγείας βρίσκονται μακριά και είναι δύσκολα προσβάσιμες.
Πώς μπορούν οι υγειονομικές αρχές και οι πολίτες να προετοιμαστούν για αυτή την αλλαγή;
Η μελέτη αποσκοπεί να βοηθήσει τις υγειονομικές αρχές να κατανοήσουν πού πρέπει να επικεντρώσουν καλύτερα τους πόρους τους, ειδικά τα αποθέματα αντιοφικού ορού , παράλληλα με τη βελτίωση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη σε απομακρυσμένες κοινότητες. Ωστόσο, η προστασία των φιδιών, ιδιαίτερα των ευάλωτων ειδών, αποτελεί επίσης προτεραιότητα.
«Οι άνθρωποι πρέπει πάντα να έχουν επίγνωση του περιβάλλοντός τους και να παρατηρούν τις αλλαγές που βλέπουν. Για ζώα όπως τα δηλητηριώδη φίδια, που μπορεί να αποτελούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, είναι σημαντικό να λαμβάνονται διαρκώς ενεργά μέτρα πρόληψης και αποφυγής κινδύνων», δήλωσε ο Ντέιβιντ Γουίλιαμς, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.
Πρόσθεσε: «Αυτό περιλαμβάνει τη χρήση κλειστών υποδημάτων, την προσοχή στο πού βάζουμε τα χέρια και τα πόδια μας, τη χρήση φωτεινών πηγών όταν βρισκόμαστε έξω στο σκοτάδι, το να μην παρεμβαίνουμε σε ζώα όπως τα φίδια όταν τα συναντάμε, αλλά να τους δίνουμε χρόνο να απομακρυνθούν από την περιοχή και να γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε όταν συμβεί ένα ατύχημα.»