Η επιθετική προώθηση του Τραμπ για τα αμερικανικά εταιρικά συμφέροντα στην Ευρώπη διχάζει τις αμερικανικές επιχειρήσεις και επιταχύνει την απεξάρτηση της ΕΕ, δίνοντας στις ευρωπαϊκές εταιρείες πρόσβαση σε αγορές που κυριαρχούν αμερικανικοί κολοσσοί
Από τότε που ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, η κυβέρνησή του ακολουθεί μια επιθετική εμπορική πολιτική, επιβάλλοντας δασμούς στην ΕΕ και σε άλλους εταίρους σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει πιο ευνοϊκές συμφωνίες.
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, η Ουάσιγκτον έχει ασκήσει δριμεία κριτική στις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις που θεωρεί επιζήμιες για τα αμερικανικά συμφέροντα και έχει ζητήσει ενεργά από τις αμερικανικές επιχειρήσεις να μεταφέρουν τα παράπονά τους, ώστε να τα αξιοποιεί σε διπλωματικές αντιπαραθέσεις με αξιωματούχους της ΕΕ.
Ωστόσο, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις της κυβέρνησης με την Ευρώπη, τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ, έχουν διχάσει τις αμερικανικές επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες φοβούνται ότι μπορεί να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη αναπροσαρμογή των όρων πρόσβασης στην αγορά της ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επιχειρούν να εκμεταλλευθούν την αυξανόμενη δυσπιστία που καλλιεργείται κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ, ελπίζοντας ότι θα μεταφραστεί σε εμπορική ευκαιρία.
Διαφορετικές προσεγγίσεις
Σε ό,τι αφορά τον ρόλο της Ουάσιγκτον στην υπεράσπιση των αμερικανικών εταιρικών συμφερόντων, οι αμερικανικές εταιρείες σε γενικές γραμμές χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα.
Οι εταιρείες που ακολουθούν πιο επιθετικές εταιρικές στρατηγικές έσπευσαν να εκφράσουν απευθείας τις ανησυχίες τους προς τους Αμερικανούς αξιωματούχους, ιδίως όταν θεωρούν ότι οι Βρυξέλλες περιορίζουν τη δραστηριότητά τους στην Ευρώπη.
Αντίθετα, ένα σημαντικό ποσοστό εταιρειών θεωρεί τη συγκρουσιακή στάση της κυβέρνησης αντιπαραγωγική και προκρίνει μια πιο συναινετική προσέγγιση, με προτεραιότητα στη σταθερότητα και τη συνέχεια.
Αυτός ο διχασμός συνδέεται στενά με την ιστορία των εταιρειών στην Ευρώπη. Οι νεότεροι παίκτες στην αγορά τείνουν γενικά να βασίζονται περισσότερο στη στήριξη της Ουάσιγκτον, ενώ οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται επί δεκαετίες στις ευρωπαϊκές αγορές προτιμούν τη διπλωματία από την αντιπαράθεση.
Η θέση τους στην αγορά αποτελεί επίσης καθοριστικό παράγοντα: οι εταιρείες με απευθείας παρουσία στον καταναλωτή εμφανίζονται συχνά πιο μαχητικές, ενώ όσες είναι ενσωματωμένες σε κρίσιμες υποδομές και βασικές υπηρεσίες υιοθετούν συνήθως πιο προσεκτικό τόνο.
Παρά τις διαφορές αυτές, όλες οι πλευρές συγκλίνουν σε μια κοινή διαπίστωση: η δυσπιστία εξελίσσεται σε δομικό στοιχείο των διατλαντικών σχέσεων.
Η εργαλειοποίηση των εξαρτήσεων
Οι αμερικανικές εταιρείες αξιοποιούν εδώ και χρόνια την πολιτική επιρροή της κυβέρνησής τους, αλλά η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει αυτή τη δυναμική πιο ορατή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την έχει ωθήσει σε βαθμό που προκαλεί αντιδράσεις.
Τον Δεκέμβριο του 2024, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επέβαλε κυρώσεις σε πέντε Ευρωπαίους πολίτες που κατηγορήθηκαν ότι διευκόλυναν την online λογοκρισία σε βάρος αμερικανικών πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, μεταξύ των οποίων και το X του Έλον Μασκ. Ανάμεσά τους ήταν και ο πρώην επίτροπος της ΕΕ Τιερί Μπρετόν, ένας από τους πιο προβεβλημένους υποστηρικτές της ρύθμισης των πλατφορμών.
Ακόμη πιο σημαντική, από ευρωπαϊκή σκοπιά, είναι η αυξανόμενη ανησυχία για την «εργαλειοποίηση» υπηρεσιών που έχουν καταστεί απαραίτητες στην καθημερινή ζωή, από το λογισμικό γραφείου και τις ψηφιακές πλατφόρμες μέχρι τα συστήματα πληρωμών.
Μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο σε βάρος του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε κυρώσεις σε αρκετούς αξιωματούχους του ΔΠΔ, οι οποίοι κόπηκαν αιφνιδίως από μια σειρά υπηρεσιών με έδρα τις ΗΠΑ, μεταξύ άλλων από πιστωτικές κάρτες Visa και Mastercard, υπηρεσίες logistics όπως η UPS, ταξιδιωτικές πλατφόρμες όπως η Expedia και εφαρμογές όπως η Uber και η Amazon.
Η ευρύτατη επίδραση αυτών των μέτρων ανέδειξε το μέγεθος της εξάρτησης της Ευρώπης από την αμερικανική ψηφιακή υποδομή, ωθώντας ορισμένες κυβερνήσεις να επιταχύνουν τις προσπάθειες αντικατάστασης εργαλείων όπως το Zoom και το Microsoft Office με εγχώριες εναλλακτικές λύσεις.
Προς στρατηγική αυτονομία
Η δεύτερη θητεία Τραμπ έχει αναζωπυρώσει στις Βρυξέλλες τη συζήτηση για τη «στρατηγική αυτονομία», την ιδέα ότι η Ευρώπη πρέπει να μειώσει την εξάρτησή της από ξένους παρόχους, των οποίων οι υπηρεσίες μπορεί να περιοριστούν ή να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά στο πλαίσιο γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων.
Τα κράτη μέλη της ΕΕ παραμένουν διχασμένα. Ένα γαλλοκεντρικό μπλοκ προωθεί πιο προστατευτική προσέγγιση, υποστηρίζοντας άμεση στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας μέσω παρεμβατικής οικονομικής πολιτικής. Οι πιο εξαγωγικές οικονομίες, όπως η Γερμανία, παραδοσιακά υπερασπίζονται τις ανοικτές αγορές.
Ωστόσο, η πιο επιθετική και, κατά διαστήματα, απρόβλεπτη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, συμπεριλαμβανομένης της ρητορικής για εδαφικά ζητήματα όπως η Γροιλανδία, έχει οδηγήσει ακόμη και παραδοσιακά φιλελεύθερες κυβερνήσεις, όπως της Δανίας και της Ολλανδίας, να επανεξετάσουν τις θέσεις τους.
Ένα πρώτο σημάδι αυτής της μετατόπισης ήρθε όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέθεσε έναν δημόσιο διαγωνισμό ύψους 180 εκατ. ευρώ για «κυρίαρχες» υπηρεσίες cloud σε μια ομοσπονδία ευρωπαϊκών εταιρειών, αντί σε έναν πάροχο cloud από τις ΗΠΑ.
«Ο βασικός αναπτυξιακός μοχλός για τον ευρωπαϊκό τεχνολογικό κλάδο βρίσκεται στην Ουάσιγκτον», δήλωσε ο Σεμπαστιάνο Τοφαλέτι, γενικός γραμματέας της European DIGITAL SME Alliance.
Κατά την άποψή του, μια ομοσπονδιακή προσέγγιση, βασισμένη στη διαλειτουργικότητα μεταξύ παρόχων, ταιριάζει καλύτερα στο κατακερματισμένο τεχνολογικό τοπίο της Ευρώπης, καθώς μειώνει την εξάρτηση από έναν μόνο φορέα.
Κυριαρχία στην εποχή Τραμπ
Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή προσέγγιση απέναντι στη νέα αυτή γεωπολιτική πραγματικότητα.
Οι διαφωνίες σχετικά με την έκταση της στρατηγικής αυτονομίας έχουν ήδη περιπλέξει τις συζητήσεις γύρω από τον νόμο Industrial Accelerator Act, με τις κυβερνήσεις να διχάζονται ως προς το αν οι δημόσιες προμήθειες πρέπει να δίνουν προτεραιότητα σε προϊόντα που είναι πλήρως «Made in Europe» ή σε μια πιο ευέλικτη έννοια «Made with Europe», η οποία περιλαμβάνει έμπιστους εταίρους όπως η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Παρόμοια συζήτηση αναμένεται να επανέλθει στο υπό διαμόρφωση πακέτο για την ευρωπαϊκή τεχνολογική κυριαρχία, το οποίο πιθανότατα θα εστιάσει στις δημόσιες προμήθειες σε στρατηγικούς τομείς, όπως η άμυνα.
«Η κυβέρνηση Τραμπ προσφέρει στις ευρωπαϊκές εταιρείες την ευκαιρία να βάλουν το πόδι στην πόρτα και να δείξουν αν οι λύσεις τους μπορούν πράγματι να λειτουργήσουν», ανέφερε εκπρόσωπος αμερικανικής εταιρείας, ο οποίος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας.
«Σε λίγα χρόνια θα δούμε αν αυτές οι λύσεις είναι αποτελεσματικές. Το ζήτημα όμως της κυριαρχίας ήρθε για να μείνει, δεν είναι απλώς μια προσωρινή απάντηση στην εποχή Τραμπ», πρόσθεσε ο ίδιος.