Η ΕΕ εξετάζει το ταμείο άμυνας SAFE II: τα ανατολικά κράτη ζητούν επιχορηγήσεις, ενώ η εμπειρία του SAFE I, η ουκρανική τεχνολογία και το νέο πεδίο μάχης καθορίζουν τα επόμενα βήματα
Το 2025, οι Βρυξέλλες εγκαινίασαν το πρώτο κοινό πρόγραμμα δανεισμού για την άμυνα. Έναν χρόνο αργότερα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΕ σχεδιάζουν ήδη μια δεύτερη έκδοση αυτού του εμβληματικού χρηματοδοτικού εργαλείου, με στόχο τη μετάβαση από τα δάνεια στις επιχορηγήσεις, παρότι αρκετά κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον του παραμένουν αναπάντητα.
Η «Δράση Ασφάλειας για την Ευρώπη» (Security Action for Europe, SAFE) επιτρέπει στα κράτη μέλη της ΕΕ να συνάπτουν χαμηλότοκα δάνεια για να χρηματοδοτούν δαπάνες άμυνας εκτός του ευρωπαϊκού πλαισίου δημοσιονομικής σταθερότητας, μέσω της λεγόμενης εθνικής ρήτρας διαφυγής.
Το πρόγραμμα λειτουργεί εδώ και περίπου έναν χρόνο. Οι πρόσφατες υβριδικές απειλές στο ανατολικό άκρο της ΕΕ, και ιδιαίτερα οι εισβολές μη επανδρωμένων αεροσκαφών, επιταχύνουν την αξιοποίηση των δανείων από τα κράτη μέλη και υποχρεώνουν παράλληλα τους ευρωπαίους αξιωματούχους να εξετάσουν τα επόμενα βήματα.
Το πιο φορτισμένο πολιτικά ερώτημα σε κάθε αναθεώρηση του SAFE δεν είναι αν χρειάζεται μεταρρύθμιση. Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και η σταδιακή απόσυρση της κυβέρνησης Τραμπ από τις δεσμεύσεις της για την ευρωπαϊκή ασφάλεια καθιστούν την αύξηση των αμυντικών δαπανών γεωπολιτική αναγκαιότητα.
«Το SAFE II είναι περίπλοκη υπόθεση. Όταν μιλάμε για SAFE II όλοι σκέφτονται μόνο δάνεια, αλλά οι χώρες που έχουν ήδη πάρει αυτά τα δάνεια, ιδίως στην ανατολική πτέρυγα, λένε: δεν θέλουμε άλλα δάνεια, θέλουμε επιχορηγήσεις», είπε αξιωματούχος της Κομισιόν στο Euronews, ζητώντας να διατηρηθεί η ανωνυμία του λόγω της ευαισθησίας του θέματος.
Το πρόβλημα είναι ότι τα κράτη μέλη που επιδιώκουν πιο έντονα να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες έχουν ήδη φτάσει στο ανώτατο όριο που προβλέπουν οι ισχύοντες δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ, ακόμη και με την ευελιξία που προσφέρει η εθνική ρήτρα διαφυγής. Γι’ αυτόν τον λόγο η Εσθονία και η Λετονία δεν μπόρεσαν να λάβουν πρόσθετα δάνεια στο πλαίσιο του SAFE I.
Πολλά ακόμη εμπόδια πρέπει να ξεπεραστούν προτού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορέσει να παρουσιάσει μια ανανεωμένη εκδοχή του εργαλείου.
SAFE I: δεύτερος γύρος
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καταγράφεται ήδη έντονο ενδιαφέρον για πρόσθετη χρηματοδότηση, καθώς οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται ραγδαία.
Όταν η Επιτροπή ρώτησε για πρώτη φορά τα κράτη μέλη για τις προθέσεις τους ως προς τον δανεισμό στο πλαίσιο του SAFE I, ζήτησε από τις κυβερνήσεις να δηλώσουν έναν ελάχιστο και έναν μέγιστο στόχο. Συνολικά, τα κράτη μέλη εξέφρασαν προθυμία να δανειστούν έως και 188 δισ. ευρώ, σχεδόν 40 δισ. περισσότερα από τα 150 δισ. που είχαν διατεθεί.
Άμεση προτεραιότητα είναι να αποσαφηνιστεί πόσα χρήματα θα μείνουν αδιάθετα από το πρώτο κύμα δανείων SAFE, μετά τη μείωση της συμμετοχής χωρών όπως η Ιταλία και η Ρουμανία σε σχέση με τις αρχικές κατανομές.
Οι τρέχουσες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ποσό μεταξύ 8 και 18 δισ. ευρώ, αλλά το τελικό νούμερο θα γίνει γνωστό μόνο όταν όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη ολοκληρώσουν τις δανειακές τους συμβάσεις, κάτι που αναμένεται μέσα στο καλοκαίρι.
Στη συνέχεια, χώρες όπως η Πολωνία και η Λιθουανία αναμένεται να υποβάλουν δεύτερο γύρο αιτημάτων χρηματοδότησης. Η έκβαση του SAFE I θα καθορίσει αναπόφευκτα τις προοπτικές ενός πιθανού SAFE II.
Τις τελευταίες εβδομάδες, αρκετές χώρες της ανατολικής Ευρώπης έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με σειρά εισβολών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, που θεωρούνται ουκρανικής προέλευσης και ωθήθηκαν στον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο από ρωσικές παρεμβολές στο GPS, γνωστές και ως spoofing.
Η αναστάτωση ήταν σοβαρή. Στη Λετονία η κυβέρνηση κατέρρευσε μετά την καθυστερημένη αντίδρασή της σε μία από τις εισβολές, ενώ στη Λιθουανία η είσοδος ενός drone στον εναέριο χώρο της ανάγκασε τον πρόεδρο και την πρωθυπουργό να καταφύγουν σε καταφύγιο.
Αξιωματούχοι της ΕΕ θεωρούν ότι, πολιτικά, τα κράτη μέλη της ανατολικής πτέρυγας θα πρέπει να αποδείξουν ότι τα κονδύλια του SAFE I χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά προτού μπορέσει να προχωρήσει οποιαδήποτε συζήτηση για νέο κοινό δανεισμό, πόσο μάλλον για επιχορηγήσεις.
Αμυντική βιομηχανία
Δηλωμένος στόχος του SAFE δεν είναι να καλύψει άμεσα τα κενά στις στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά να στηρίξει την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η οποία δεν διαθέτει σταθερή εγχώρια ζήτηση και συνεπώς πρέπει να εξάγει για να αναπτυχθεί.
«Τα κράτη μέλη δεν θέλουν να τους υποδεικνύει κανείς πώς θα δαπανήσουν τον αμυντικό τους προϋπολογισμό», δήλωσε δεύτερος αξιωματούχος της Επιτροπής, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για εθνική αρμοδιότητα την οποία υπερασπίζονται με ζήλο και συχνά αξιοποιούν για την ενίσχυση των εγχώριων βιομηχανιών.
Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση με προτεραιότητα στο εθνικό συμφέρον ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει ένα κατακερματισμένο τοπίο χωρίς την απαιτούμενη κλίμακα και, ιδίως στον τομέα των τεχνολογιών drone και αντιμετώπισης drone, υπολείπεται στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων, διαλειτουργικών δυνατοτήτων, όπως απαιτεί η σύγχρονη άμυνα.
«Τον πραγματικό αντίκτυπο της διαλειτουργικότητας θα τον δούμε μόνο σε δύο χρόνια. Οι παραγγελίες θα αρχίσουν να έρχονται φέτος. Τότε θα φανεί αν υπάρχει επαρκής συντονισμός, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετός», ανέφερε ο πρώτος αξιωματούχος της Επιτροπής.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία βρίσκεται σε δύσκολη θέση όσον αφορά τις νέες στρατιωτικές τεχνολογίες, όπως τα drones: δεν αντιμετωπίζει έλλειψη παραγωγικής ικανότητας, αλλά αδυναμία να συμβαδίσει με τις καινοτομίες πεδίου μάχης που αναδύονται από την Ουκρανία.
«Κάποια στιγμή, οι Ουκρανοί θα μπορούν να παράγουν ό,τι χρειάζονται, συμπεριλαμβανομένων των βαλλιστικών πυραύλων. Επενδύουν πολύ. Στο τέλος, θα είναι οι Ευρωπαίοι που θα αγοράζουν από την ουκρανική αμυντική βιομηχανία», πρόσθεσε ο αξιωματούχος της Επιτροπής.
Ο ρόλος της Ουκρανίας
Ενδεικτικό του πώς ο πόλεμος αναδιαμορφώνει την ευρωπαϊκή άμυνα είναι το ερώτημα πόσο μεγάλο μέρος από το τελευταίο δάνειο της ΕΕ προς το Κίεβο, ύψους 90 δισ. ευρώ, θα δαπανηθεί για εξοπλισμό ευρωπαϊκής παραγωγής.
Μόνο περίπου τα δύο τρίτα αυτού του ποσού θα διατεθούν για την αγορά στρατιωτικού υλικού. Αν και η Ουκρανία ενθαρρύνεται να αγοράζει ευρωπαϊκά, αξιωματούχοι της ΕΕ παραδέχονται ότι η ευρωπαϊκή παραγωγή δεν καλύπτει πλήρως τις ανάγκες του Κιέβου.
Γι’ αυτό ανώτερα στελέχη της Επιτροπής προσπαθούν να φέρουν σε επαφή τους ευρωπαίους παραγωγούς με τις ουκρανικές αρχές προμηθειών, ώστε να διασφαλίσουν ότι η προσφορά θα ανταποκρίνεται στη ζήτηση.
Η ΕΕ εξακολουθεί να υστερεί σε κρίσιμους τομείς, με χαρακτηριστικότερο τα αντιβαλλιστικά συστήματα. Η Ουκρανία βασίζεται κυρίως στο αμερικανικό αντιαεροπορικό σύστημα Patriot, ενώ έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για το γαλλογερμανικό SAMP/T, όμως η παραγωγή παραμένει πολύ χαμηλότερη από τις ανάγκες του Κιέβου.
Στην πράξη, η Ουκρανία είναι πιθανό να δαπανήσει το μεγαλύτερο μέρος των δανεικών από την ΕΕ σε δικές της αμυντικές βιομηχανίες, ιδίως σε τομείς όπου διαθέτει σαφές πλεονέκτημα, όπως οι τεχνολογίες drones που έχουν δοκιμαστεί στο πεδίο.
Ο κίνδυνος να μείνει πίσω η ευρωπαϊκή βιομηχανία επιτείνεται από το γεγονός ότι οι αμυντικές εταιρείες που εδρεύουν στην ΕΕ, ιδίως οι μικρότερες, χρειάζονται μακροπρόθεσμες παραγγελίες για να δικαιολογήσουν επενδύσεις σε νέες παραγωγικές μονάδες.
Αξιωματούχοι της ΕΕ θεωρούν συνεπώς ότι οι κοινοπραξίες με ουκρανικές αμυντικές εταιρείες μπορούν να αποτελέσουν μέσο ενσωμάτωσης της τεχνογνωσίας και του τεχνολογικού τους προβαδίσματος στις ευρωπαϊκές γραμμές παραγωγής, αν και ορισμένες πρωτεύουσες φοβούνται ότι έτσι το Κίεβο θα μπορούσε να απορροφήσει τους δικούς τους «εθνικούς πρωταθλητές».
Μελλοντικά σενάρια
Καθώς οι αξιωματούχοι της Επιτροπής εξετάζουν το ενδεχόμενο ενός SAFE II, πρέπει ταυτόχρονα να σταθμίσουν τα στρατηγικά σενάρια στα οποία θα κληθεί να πραγματοποιηθεί αυτή η δαπάνη.
Η ολοένα και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση της αμερικανικής κυβέρνησης από την Ευρώπη, οι μεταβολές στο πεδίο της μάχης στην Ουκρανία και η συνεχιζόμενη κρίση στα Στενά του Ορμούζ αυξάνουν την αβεβαιότητα στη διεθνή τάξη.
Για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, βασική ανησυχία είναι η διακηρυγμένη πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να μειώσει σταδιακά τη δέσμευσή της για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, όχι μόνο ως προς τις συμβατικές δυνάμεις, αλλά και ως προς τα λεγόμενα στρατηγικά υποστηρικτικά μέσα που αποτελούν τη λογιστική ραχοκοκαλιά των σύγχρονων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Την Τρίτη, ο επίτροπος Άμυνας Άντριους Κουμπίλιους προειδοποίησε ότι η αντικατάσταση των αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην Ευρώπη θα μπορούσε να κοστίσει στην ΕΕ έως και 500 δισ. ευρώ, ένα τόσο μεγάλο κενό που είναι αδιανόητο να καλυφθεί αποκλειστικά από τα κράτη μέλη.
«Πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς θα δώσουμε κίνητρα στα κράτη μέλη να αναπτύξουν τις ικανότητές τους σε στρατηγικά υποστηρικτικά μέσα», είπε ο αξιωματούχος της Επιτροπής, σημειώνοντας ότι ο σχεδιασμός ενός χρηματοδοτικού εργαλείου με αυτό το στόχο είναι δύσκολος, δεδομένου ότι η ζήτηση για τέτοιες ικανότητες παραμένει ασαφής.
«Για ποιον πόλεμο προετοιμαζόμαστε; Η εικόνα της πρώτης γραμμής το 2022 είναι πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Δεν γνωρίζουμε πώς θα είναι το 2030», κατέληξε ο ίδιος αξιωματούχος.