Newsletter Newsletters Events Εκδηλώσεις Ποντάκαστ Βίντεο Africanews
Loader
Διαφήμιση

10 χρόνια μετά: Επαληθεύτηκαν ή όχι τα βασικά επιχειρήματα των υποστηρικτών του Brexit;

Ο φιλοευρωπαίος ακτιβιστής Στιβ Μπρέι στέκεται κοντά στο κοινοβούλιο στο Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο, 20 Μαΐου 2026
Ο υπέρ της ΕΕ ακτιβιστής Στιβ Μπρέι στέκεται κοντά στο κοινοβούλιο στο Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο, 20 Μαΐου 2026 Πνευματικά Δικαιώματα  AP Photo/Kirsty Wigglesworth
Πνευματικά Δικαιώματα AP Photo/Kirsty Wigglesworth
Από James Thomas
Δημοσιεύθηκε
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google
Μοιραστείτε το Close Button
Αντιγραφή/Επικόλληση το λινκ του βίντεο πιο κάτω: Copy to clipboard Σύνδεσμος αντιγράφηκε!

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα για το Brexit: η ομάδα ελέγχου γεγονότων του Euronews εξετάζει ποια επιχειρήματα των υποστηρικτών του Ναι και του Οχι έχουν επαληθευτεί

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα, στο οποίο οι Βρετανοί ψήφισαν οριακά υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με το 52% των ψηφοφόρων να επιλέγει την έξοδο και το 48% να προτιμά την παραμονή.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Η ψηφοφορία της 23ης Ιουνίου 2016 ακολούθησε χρόνια επίπονων διαπραγματεύσεων και πολιτικής αναταραχής στο Ηνωμένο Βασίλειο, προτού η χώρα αποχωρήσει τελικά και επίσημα από το μπλοκ στις αρχές του 2020.

Μπορεί ο χρόνος να πέρασε γρήγορα, όμως οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί για το αν το Brexit θα ήταν ευλογία ή καταστροφή για τη χώρα παραμένουν.

Από την οικονομία μέχρι τη μετανάστευση, τα ιρλανδικά σύνορα και την ασφάλεια, η συζήτηση για το αν η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ ήταν τελικά προς το καλό της χώρας συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παρότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί το Brexit αποτυχία.

Η ομάδα επαλήθευσης ειδήσεων του Euronews, The Cube, επανεξέτασε ορισμένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης της εκστρατείας του 2016 και το κατά πόσο σήμερα έχουν επιβεβαιωθεί τα επιχειρήματα της μίας ή της άλλης πλευράς.

Ισχυρισμός: το Brexit βλάπτει την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου

Η εκστρατεία υπέρ της παραμονής επέμενε ότι η έξοδος από την ΕΕ θα προκαλούσε σοβαρή ζημιά στην οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου, καθιστώντας τη χώρα φτωχότερη και υποβιβάζοντας τους πολίτες σε χειρότερη οικονομικά θέση.

Δεν έλειψαν οι παρεμβάσεις γνωστών πολιτικών και στελεχών της εκστρατείας που επαναλάμβαναν τον ίδιο ισχυρισμό.

Τον Μάιο του 2016, ο τότε υπουργός Οικονομικών, Τζορτζ Όσμπορν, ο επικεφαλής του βρετανικού οικονομικού επιτελείου, είχε δηλώσει: «Μια ψήφος υπέρ της εξόδου θα προκαλούσε ένα άμεσο και βαθύ σοκ στην οικονομία μας. Αυτό το σοκ θα έσπρωχνε την οικονομία μας σε ύφεση και θα οδηγούσε σε αύξηση της ανεργίας κατά περίπου 500.000 θέσεις».

«Το ΑΕΠ θα ήταν κατά 3,6% μικρότερο, οι μέσοι πραγματικοί μισθοί χαμηλότεροι, ο πληθωρισμός υψηλότερος, η στερλίνα ασθενέστερη, οι τιμές των κατοικιών θα δέχονταν πλήγμα και ο δημόσιος δανεισμός θα αυξανόταν σε σύγκριση με μια ψήφο υπέρ της παραμονής», πρόσθεσε.

Δέκα χρόνια μετά, η συντριπτική πλειονότητα των ερευνητών και των κρατικών θεσμών συγκλίνει στο ότι έτσι έχουν τα πράγματα, αν και η ζημιά επήλθε σταδιακά και όχι με τη μορφή απότομης πτώσης ή ένος ξαφνικού σοκ.

Το ανεξάρτητο Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης (OBR) του Ηνωμένου Βασιλείου έχει εκτιμήσει ότι η παραγωγικότητα της χώρας έχει μειωθεί κατά 4%, ότι οι εξαγωγές και οι εισαγωγές του ΗΒ με την ΕΕ θα είναι μακροπρόθεσμα κατά 15% χαμηλότερες, ενώ οι νέες εμπορικές συμφωνίες με χώρες εκτός ΕΕ δεν είχαν ουσιαστικό αντίκτυπο.

«Νομίζω ότι σε αυτό δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία: το Brexit έχει σίγουρα βλάψει την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου, και μάλιστα πολύ σοβαρά», δήλωσε στο The Cube ο Μαρκ Ίνγκλις, σύμβουλος πολιτικής στο European Movement UK. «Ακόμη και πολλοί οπαδοί του Brexit το αναγνωρίζουν, αν και λένε ότι είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρωθεί. Δεν είμαι σίγουρος γιατί».

«Οι βασικές εκτιμήσεις κυμαίνονται από το ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι κατά 4% φτωχότερο απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς το Brexit έως και 8% φτωχότερο», εξήγησε.

ΑΡΧΕΙΟ: Ο διαδηλωτής κατά του Brexit, Στιβ Μπρέι, κρατά πλακάτ έξω από το Συνεδριακό Κέντρο στο Λονδίνο, 9 Νοεμβρίου 2020
ΑΡΧΕΙΟ: Ο διαδηλωτής κατά του Brexit, Στιβ Μπρέι, κρατά πλακάτ έξω από το Συνεδριακό Κέντρο στο Λονδίνο, 9 Νοεμβρίου 2020 Matt Dunham/Copyright 2020 The AP. All rights reserved

Ο Τζόναθαν Πόρτις, καθηγητής οικονομικών και δημόσιας πολιτικής στο King’s College του Λονδίνου, διατύπωσε παρόμοια άποψη, αν και με κάπως μετριπαθέστερη εκτίμηση της ζημιάς.

«Οι οικονομολόγοι συναινούσαν ότι το Brexit θα έβλαπτε την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου, και αυτό αποδείχθηκε σωστό», μας είπε. «Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις για το πόσο μεγάλη ήταν η ζημιά, αλλά υπάρχει συμφωνία ότι ήταν σημαντική και μακράς διαρκείας».

«Οι εκτιμήσεις φτάνουν έως και το 8% του ΑΕΠ, αν και προσωπικά θεωρώ ότι αυτό είναι μάλλον απίθανα υψηλό. Ωστόσο είναι σίγουρα εύλογο να πούμε ότι το Brexit έχει κοστίσει στην οικονομία του ΗΒ ίσως 3% έως 5% του ΑΕΠ», σημείωσε.

Οι ειδικοί αναγνωρίζουν ότι υπήρξαν ορισμένα οριακά οφέλη, υπό την έννοια ότι το ΗΒ μπόρεσε να συνάψει συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία, μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου, πριν από την ΕΕ. Ωστόσο, όπως και το OBR επισημαίνει, αυτά δεν είχαν αισθητή επίδραση στη βρετανική οικονομία.

Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, η παγκόσμια οικονομία δέχθηκε απανωτά πλήγματα, όπως η πανδημία COVID-19 και η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Παρότι είναι επομένως δύσκολο να απομονωθούν πλήρως οι συνέπειες του Brexit από αυτά τα άλλα οικονομικά σοκ, σύμφωνα με τους ερευνητές τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι έχει πλήξει τα δημόσια οικονομικά του ΗΒ.

«Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές μελέτες που χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθοδολογίες, και όλες, πιστεύω, δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση», είπε ο Πόρτις. «Η ζημιά ήταν σημαντική, αν και τα ακριβή νούμερα διαφέρουν, και δεδομένων των αβεβαιοτήτων, δεν θα μάθουμε ποτέ με ακρίβεια ποιες ήταν οι επιπτώσεις του Brexit, γιατί το ζήτημα είναι πολύ περίπλοκο».

«Δεν έχουμε έναν εναλλακτικό, υποθετικό κόσμο στον οποίο το Brexit δεν συνέβη ποτέ», πρόσθεσε. «Μπορούμε όμως να είμαστε σχετικά βέβαιοι ότι το Brexit έχει προκαλέσει σοβαρή οικονομική ζημιά».

Ισχυρισμός: το Brexit επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να περιορίσει ουσιαστικά τη μετανάστευση

Η μετανάστευση υπήρξε κεντρικό πεδίο μάχης κατά την εκστρατεία του 2016, με προβεβλημένους υποστηρικτές της εξόδου να υποστηρίζουν ότι η αποχώρηση από την ΕΕ θα επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να ελέγχει πλήρως τα σύνορά του και να μειώσει δραστικά τον αριθμό των μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα.

«Στους ψηφοφόρους υποσχέθηκαν επανειλημμένα στις εκλογές ότι η καθαρή μετανάστευση θα μπορούσε να μειωθεί σε δεκάδες χιλιάδες», έλεγαν τότε οι Συντηρητικοί πολιτικοί Μπόρις Τζόνσον και Μάικλ Γκοουβ. «Αυτή η υπόσχεση είναι προφανώς ανέφικτη όσο το ΗΒ παραμένει μέλος της ΕΕ, και η αποτυχία να τηρηθεί διαβρώνει την εμπιστοσύνη του κοινού στην πολιτική».

Η μετανάστευση από την ΕΕ μειώθηκε δραματικά μετά το τέλος της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, όμως οι αφίξεις από χώρες εκτός ΕΕ αυξήθηκαν, ανεβάζοντας τη συνολική μετανάστευση σε ιστορικό ρεκόρ το 2023.

Σύμφωνα με το Migration Observatory του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η καθαρή μετανάστευση από την ΕΕ είναι αρνητική από το 2022, με 42.000 περισσότερους ανθρώπους να φεύγουν απ’ όσους έρχονται το 2025. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με την περίοδο πριν από το δημοψήφισμα του 2016, όταν οι πολίτες της ΕΕ αποτελούσαν την πλειονότητα τόσο των αφίξεων όσο και της καθαρής μετανάστευσης στο ΗΒ.

Η συνολική καθαρή μετανάστευση στο Ηνωμένο Βασίλειο έφτασε τις 944.000 στο δωδεκάμηνο που έληξε τον Μάρτιο του 2023, πριν μειωθεί στις 171.000 το 2025, επανερχόμενη πιο κοντά στα επίπεδα πριν από τη θέσπιση του νέου μεταναστευτικού συστήματος μετά το Brexit.

Ο Πόρτις σημείωσε ότι οι υποστηρικτές του Brexit τήρησαν τελικά τις υποσχέσεις τους να τερματιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία πολιτών από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και να εισαχθεί ένα νέο σύστημα βάσει δεξιοτήτων και μισθών. Η σαφής όμως υπόνοια ότι αυτό θα οδηγούσε σε ουσιαστική μείωση της μετανάστευσης δεν επιβεβαιώθηκε.

«Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο Brexit, διότι και οι περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες είδαν σημαντική αύξηση της μετανάστευσης από χώρες εκτός ΕΕ μετά την πανδημία, ως αποτέλεσμα των ελλείψεων εργατικού δυναμικού που προέκυψαν», είπε. «Αλλά [...] συνολικά, η αύξηση της μετανάστευσης από χώρες εκτός ΕΕ υπεραντιστάθμισε τη μείωση από την ΕΕ, και έτσι, όσο μπορούμε να κρίνουμε, το Brexit οδήγησε σε αύξηση και όχι σε μείωση της μετανάστευσης».

Ο Ίνγκλις επισήμανε ότι είναι σημαντικό οι φιλοευρωπαίοι Βρετανοί να μην υπερβάλλουν ως προς τον ρόλο του Brexit εδώ, αλλά ότι ήταν απολύτως φυσικό οι μετανάστες από χώρες εκτός ΕΕ να καλύψουν τα κενά που άφησαν οι Ευρωπαίοι.

«Πιστεύω ότι είναι σημαντικό οι άνθρωποι που βρίσκονται στη δική μου πλευρά της συζήτησης να μην υπερβάλλουν», είπε. «Μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης της μετανάστευσης δεν είχε να κάνει με το Brexit. Οφειλόταν στο ότι προσφέραμε άσυλο σε ανθρώπους από την Ουκρανία, το Χονγκ Κονγκ και τη Συρία, καθώς και σε μια απόφαση να προσφερθεί τότε ένα πολύ φιλελεύθερο καθεστώς για φοιτητές από χώρες εκτός ΕΕ».

«Το γεγονός όμως είναι ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως κάθε πλουσιότερη χώρα στον κόσμο, χρειάζεται και επιθυμεί εισερχόμενη μετανάστευση για να καλύπτει κενές θέσεις εργασίας· και αν δεν έχει αυτή τη μετανάστευση από την ΕΕ, θα την έχει από αλλού», πρόσθεσε ο Ίνγκλις. «Το Brexit σίγουρα δεν μείωσε τη μετανάστευση, και ποτέ δεν επρόκειτο να το κάνει».

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ, είχε πάντοτε τη δυνατότητα να απελαύνει ακόμη και πολίτες της ΕΕ υπό ορισμένες προϋποθέσεις, παρά τους ισχυρισμούς της εκστρατείας υπέρ της εξόδου ότι η ελεύθερη κυκλοφορία σήμαινε ανεμπόδιστη πρόσβαση στις βρετανικές ακτές.

Η Οδηγία για την Ελεύθερη Κυκλοφορία της ΕΕ αναφέρει επανειλημμένα ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να απομακρύνουν πολίτες της ΕΕ που αποτελούν «αδικαιολόγητο βάρος» για τα συστήματα κοινωνικής τους πρόνοιας.

Ισχυρισμός: το Brexit μειώνει τη γραφειοκρατία της ΕΕ

Οι υποστηρικτές της εξόδου υποστήριζαν ότι με την αποχώρηση από την ΕΕ το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα δεσμεύεται πλέον από τους περιοριστικούς ευρωπαϊκούς κανόνες, καθώς θα μπορούσε να καταργήσει οποιεσδήποτε ρυθμίσεις θεωρούνται ανασταλτικές, ενώ οι υποστηρικτές της παραμονής προειδοποιούσαν για το αντίθετο, ότι δηλαδή οι διαδικασίες θα γίνονταν πιο αργές και δυσκίνητες.

«Θα ήταν επιστροφή στις κακές παλιές μέρες των ατελείωτων εντύπων και της επαχθούς γραφειοκρατίας», είχε δηλώσει τον Μάρτιο του 2016 ο τότε πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της παραμονής. Προειδοποιούσε ότι η έξοδος από την ΕΕ θα ανάγκαζε τις βρετανικές επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τελωνειακές δηλώσεις, ελέγχους κανόνων καταγωγής και εμπόδια στις εξαγωγές.

Πριν από τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, κάθε χώρα είχε το δικό της πλαίσιο κανόνων, πράγμα που σήμαινε ότι οι εταιρείες που ήθελαν να κάνουν εμπόριο σε όλη την ήπειρο έπρεπε να συμμορφώνονται με κάθε διαφορετικό πλαίσιο.

Ο Ίνγκλις υπενθύμισε ότι το ΗΒ βρισκόταν «στο κέντρο» της διαμόρφωσης της ενιαίας αγοράς, η οποία απαιτούσε από τις εταιρείες να ακολουθούν ένα ενιαίο σύνολο κανόνων, μειώνοντας έτσι τη γραφειοκρατία.

«Το Brexit αφαίρεσε από τις βρετανικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να πωλούν σε όλη την ενιαία αγορά χωρίς γραφειοκρατία, την οποία οι υπόλοιπες επιχειρήσεις στην ΕΕ διατήρησαν», σημείωσε. «Έχουν επομένως πλεονέκτημα έναντι των βρετανικών επιχειρήσεων. Οπότε, φυσικά, η αποχώρηση από την ΕΕ οδήγησε σε πιο δυσκίνητη γραφειοκρατία».

ΑΡΧΕΙΟ: Υποστηρικτές συμμετέχουν σε πορεία διαμαρτυρίας υπέρ ενός «Λαϊκού Δημοψηφίσματος», ζητώντας νέο δημοψήφισμα για τη συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ, στο Λονδίνο, 19 Οκτωβρίου 2019
ΑΡΧΕΙΟ: Υποστηρικτές συμμετέχουν σε πορεία διαμαρτυρίας υπέρ ενός «Λαϊκού Δημοψηφίσματος», ζητώντας νέο δημοψήφισμα για τη συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ, στο Λονδίνο, 19 Οκτωβρίου 2019 Matt Dunham/Copyright 2019 The AP. All rights reserved.

Το Λονδίνο δεν έχει απομακρυνθεί σημαντικά από τους κανονισμούς που θεσπίζονται στις Βρυξέλλες, διατηρώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα ώστε να αποφύγει πρόσθετο διοικητικό κόστος για τις επιχειρήσεις, δεδομένου ότι η ΕΕ παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός του εταίρος.

«Το Brexit δεν σήμανε κάψιμο των εσωτερικών κανονισμών στο Ηνωμένο Βασίλειο», είπε ο Ίνγκλις. «Και ο λόγος είναι αρκετά απλός: το βρετανικό κοινό θέλει να ξέρει ότι τα προϊόντα που αγοράζει είναι ασφαλή και ότι οι επιχειρήσεις ρυθμίζονται σωστά».

Ο Πόρτις είπε ότι, σε τελική ανάλυση, ο Κάμερον είχε δίκιο βραχυπρόθεσμα, καθώς υπήρξε σημαντική αύξηση του φόρτου εργασίας στη δημόσια διοίκηση και στα πεδία της ρυθμιστικής πολιτικής κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων και της εφαρμογής του Brexit.

«Δεν είναι σαφές αν συνολικά υπήρξε τεράστια αύξηση ή μείωση» της ρύθμισης, σημείωσε. «Είναι όμως σαφές ότι δεν υπήρξε κάποιο μαζικό ξετύλιγμα των κανονισμών ή της γραφειοκρατίας ως συνέπεια του Brexit. Πιθανότατα έχουμε περισσότερους κανόνες και περισσότερους γραφειοκράτες από ό,τι πριν από το Brexit, αν και θεωρώ ότι αυτό οφείλεται περισσότερο σε ευρύτερες τάσεις στο ΗΒ παρά αποκλειστικά στο Brexit».

Ισχυρισμός: το Brexit κάνει το Ηνωμένο Βασίλειο λιγότερο ασφαλές

Η Τερέζα Μέι, πρώην υπουργός Εσωτερικών και στη συνέχεια πρωθυπουργός που είχε αρχικά την ευθύνη του Brexit, είχε προειδοποιήσει ότι το ΗΒ θα βρισκόταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο τρομοκρατίας αν έφευγε από την ΕΕ, ενώ οι υποστηρικτές της εξόδου απέρριπταν την εκτίμηση αυτή ως «Project Fear».

«Η δική μου κρίση, ως υπουργού Εσωτερικών, είναι ότι παραμένοντας μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είμαστε πιο ασφαλείς απέναντι στο έγκλημα και την τρομοκρατία», είχε δηλώσει τον Απρίλιο του 2016.

Βάσισε τα σχόλιά της στο πλήθος των βάσεων δεδομένων από τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποκλειόταν αν αποχωρούσε – κάτι που τελικά συνέβη.

Σε αυτές περιλαμβάνονται το Schengen Information System II, που επιτρέπει στις χώρες της ΕΕ να μοιράζονται σε πραγματικό χρόνο προειδοποιήσεις για καταζητούμενα άτομα και ύποπτους τρομοκράτες· το Eurodac, η ευρωπαϊκή βάση δακτυλικών αποτυπωμάτων για την παρακολούθηση παράτυπων διελεύσεων συνόρων· καθώς και η άμεση πρόσβαση στα συστήματα πληροφοριών και τα δίκτυα στρατηγικών πληροφοριών της Europol και της Eurojust.

Οι ερευνητές αναφέρουν ότι, παρότι όλα αυτά δεν σήμαιναν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε σημαντικά λιγότερο ασφαλές μετά την έξοδο από την ΕΕ, έβαλαν περιττά εμπόδια στην ικανότητά του να αντιμετωπίζει το διασυνοριακό έγκλημα.

«Δεν θέλω να ισχυριστώ ότι το Brexit έκανε το ΗΒ δραματικά λιγότερο ασφαλές απέναντι στο έγκλημα και την τρομοκρατία, αλλά είχε αρνητική επίδραση», είπε ο Ίνγκλις. «Όλες αυτές οι [βάσεις δεδομένων] επιτρέπουν τον εντοπισμό και τη σύλληψη επικίνδυνων ατόμων και, εξίσου σημαντικό, το ΗΒ δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για να φέρνει γρήγορα πίσω εγκληματίες που διέφυγαν στην Ευρώπη».

Ο Πόρτις ανέφερε ότι, όπως ακριβώς και στα εμπόδια στο εμπόριο μετά το Brexit, η συνεργασία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών έχει γίνει πιο δύσκολη.

«Σίγουρα δεν βοηθά, αλλά εξίσου δεν νομίζω ότι είδαμε κάποια τεράστια, προφανή, καταστροφική αστοχία ως αποτέλεσμα», δήλωσε στο The Cube. «Στην πράξη η συνεργασία συνεχίζεται, απλώς είναι λίγο πιο δυσκίνητη».

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google

Σχετικές ειδήσεις

Έλεγχος γεγονότων: μπορούν χώρες της ΕΕ να περιορίσουν εισαγωγές από ισραηλινούς οικισμούς;

The Cube: Παραπληροφόρηση με στόχο τον Τραμπ στη Σύνοδο G7

Influencer και επίσκοπος μεταξύ των φιλορώσων που θα υποστούν κυρώσεις από την ΕΕ