Η κρίση στη Θέουτα και η απομόνωση του Ισπανού πρωθυπουργού ανέδειξε ότι η δεξιά προσέγγιση κυριαρχεί πλέον στην πολιτική μετανάστευσης της ΕΕ
Η δεξιά προσέγγιση στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης, με την ασφάλεια ως απόλυτη προτεραιότητα, έχει πλέον επικρατήσει. Η μαζική εισροή μεταναστών στη Θέουτα έδειξε ότι το πιο προοδευτικό ισπανικό μοντέλο αποτελεί πια εξαίρεση στην Ευρώπη, καθώς ακόμη και αριστερά κόμματα υιοθετούν ρητορική που εστιάζει στην ασφάλεια.
Στα τέλη Ιουλίου, δεκάδες χιλιάδες παράτυποι μετανάστες πέρασαν από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα στη Βόρεια Αφρική, σε ένα περιστατικό με σχεδόν 100 νεκρούς και επανέφερε τη μεταναστευτική πολιτική στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής ατζέντας.
Το επεισόδιο άνοιξε όχι μόνο βαθύ διπλωματικό ρήγμα μεταξύ Ρώμης και Μαδρίτης σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης της μετανάστευσης, αλλά ανέδειξε και την αυξανόμενη απομόνωση της Ισπανίας, καθώς οι δεξιές πολιτικές δυνάμεις κυριαρχούν όλο και περισσότερο στη συζήτηση.
Στροφή προς τα δεξιά
Δεν είναι μυστικό ότι οι δυνάμεις της δεξιάς κερδίζουν διαρκώς έδαφος σε όλη την Ευρώπη. Στις τελευταίες ευρωεκλογές, τα κόμματα δεξιά του κέντρου εξέλεξαν σχεδόν 60 περισσότερους ευρωβουλευτές, με τη μεγαλύτερη άνοδο να προέρχεται από τα ακροδεξιά, συντηρητικά και εθνικο-λαϊκιστικά κόμματα.
Η μετατόπιση του κέντρου βάρους αποτυπώθηκε και στην κατανομή της ισχύος στους θεσμούς της ΕΕ, με το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) να διαθέτει για πρώτη φορά 14 από τα 27 μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η άνοδος της δεξιάς δεν σταματά εκεί. Το κόμμα της σκληρής δεξιάς Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) εμφανίζεται σήμερα στις δημοσκοπήσεις ως πρώτη πολιτική δύναμη στη χώρα, η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση θεωρείται φαβορί για τις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το επόμενο έτος, ενώ ακόμη και η συντηρητική πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι δέχεται πίεση από ένα νέο κόμμα στα δεξιά της, υπό τον πρώην στρατηγό Ρομπέρτο Βανάτσι.
Και η Ευρώπη δεν αποτελεί εξαίρεση: δεξιοί πολιτικοί βρίσκουν στήριξη και από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ιδίως στη Νότια Αμερική, όπου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στήριξε ανοιχτά τον δεξιό υποψήφιο Αμπελάρδο ντε λα Εσπιριέγια πριν από την εκλογή του στην προεδρία της Κολομβίας.
Η μετανάστευση ήταν ιστορικά ένα ζήτημα όπου η δεξιά είχε τον πρώτο λόγο, επομένως δεν προκαλεί έκπληξη ότι η κρίση στη Θέουτα έδωσε επιχειρήματα σε όσους ζητούν πιο περιοριστική μεταναστευτική πολιτική.
«Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση προς μια γλώσσα που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ασφάλεια, τόσο από παραδοσιακά συντηρητικούς πολιτικούς όσο και από εκείνους που προέρχονται από την αριστερά», δηλώνει στην Euronews η Κιάρα Κατέλι, υπεύθυνη συνηγορίας στην Πλατφόρμα για τη Διεθνή Συνεργασία για τους Μετανάστες χωρίς χαρτιά.
«Το να αντιμετωπίζεται η μετανάστευση ως ζήτημα ασφάλειας, με ολοένα και πιο κατασταλτικά μέτρα, οδηγεί τελικά σε κοινωνικό αποκλεισμό και περιθωριοποίηση, ενώ παράλληλα ποινικοποιεί την αλληλεγγύη προς τους μετανάστες», προσθέτει η Κατέλι.
Η απομόνωση της Ισπανίας
Η πιο χαρακτηριστική συνέπεια του περιστατικού ήταν μια διπλωματική ένταση μεταξύ Ιταλίας και Ισπανίας, που προκλήθηκε όταν η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι επανέφερε τους ελέγχους στα σύνορα για τις αεροπορικές και θαλάσσιες αφίξεις, μετά τις παράτυπες εισόδους στη Θέουτα.
«Σήμερα ήμουν σε επαφή τόσο με τον Ισπανό όσο και με τον Ιταλό υπουργό Εσωτερικών. Και οι δύο επιβεβαίωσαν ότι οι εσωτερικοί έλεγχοι στα σύνορα είναι προσωρινοί», έγραψε στην πλατφόρμα X ο επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων Μάγκνους Μπρουνερ, σε μια εύθραυστη προσπάθεια μεσολάβησης μεταξύ των δύο κρατών-μελών.
Ωστόσο, η Ρώμη κάθε άλλο παρά μόνη ήταν στην κριτική της προς τη Μαδρίτη: η Γερμανία, η Δανία, η Σουηδία και η Φινλανδία ζήτησαν επίσης την άμεση αποκατάσταση του ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και άφησαν ανοικτό το ενδεχόμενο επαναφοράς ελέγχων εντός της ζώνης Σένγκεν.
Η Ιταλία και η Δανία ηγήθηκαν μιας ανοικτής επιστολής, την οποία υπέγραψαν 22 κυβερνήσεις της ΕΕ και απηύθυναν στους επικεφαλής των θεσμών της Ένωσης, ζητώντας «να εξεταστούν όλες οι πολιτικές που μπορεί να λειτουργούν ως παράγοντες έλξης, όπως η τακτοποίηση πολύ μεγάλου αριθμού παράτυπων μεταναστών».
Μόνο η Ιρλανδία, που ασκεί αυτή την περίοδο την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, η Πορτογαλία, ιστορική σύμμαχος της Ισπανίας, η Γαλλία, που έχει επίσης ασκήσει κριτική στη δεξιά μεταναστευτική πολιτική, και το Λουξεμβούργο δεν υπέγραψαν την επιστολή.
Ακόμη και πριν από την κρίση στη Θέουτα, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ είχε βρεθεί στο στόχαστρο των ευρωπαίων ομολόγων του στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ιδίως λόγω του σχεδίου του να νομιμοποιήσει περίπου μισό εκατομμύριο μετανάστες που έχουν εισέλθει παράνομα στη χώρα.
Ένα εναλλακτικό μοντέλο
Σύμφωνα με στελέχη της αριστεράς, η κυβέρνηση Σάντσεθ δέχεται πυρά από συντηρητικούς πολιτικούς σε όλη την Ευρώπη ακριβώς επειδή προσφέρει τη μοναδική αξιόπιστη εναλλακτική σε μια ρητορική που παρουσιάζει τη μετανάστευση ως απειλή.
«Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η δεξιά και η εθνικιστική, αντιδραστική στάση απέναντι στη μετανάστευση είναι αυτή που επικρατεί», δηλώνει στην Euronews ο ευρωβουλευτής Χουάν Φερνάντο Λόπεθ Αγκιλάρ (Ισπανία/S&D), πρώην υπουργός Δικαιοσύνης.
Κατά τον Λόπεθ Αγκιλάρ, η ισπανική προσέγγιση στη μετανάστευση δεν αποτελεί μόνο μειοψηφική θέση στην Ευρώπη, αλλά είναι και ολοένα πιο απομονωμένη, με τη Θέουτα να χρησιμοποιείται ως αφορμή για να δεχθεί επίθεση.
Την ίδια άποψη διατυπώνει και η ευρωβουλευτής Σεσίλια Στράντα (Ιταλία/S&D), υποστηρίζοντας ότι η ισπανική κυβέρνηση βρίσκεται συχνά στο στόχαστρο των δεξιών κομμάτων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επειδή ο Σάντσεθ παραμένει το τελευταίο προπύργιο προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ.
Εντυπωσιακό είναι, ωστόσο, ότι ακόμη και ορισμένοι από τους ελάχιστους κεντροαριστερούς ηγέτες που έχουν απομείνει στην Ευρώπη έχουν ευθυγραμμιστεί με τη δεξιά προσέγγιση στη μετανάστευση, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρωθυπουργό της Δανίας Μέτε Φρέντερικσεν, η οποία συνεργάζεται στενά με τη Μελόνι στο ζήτημα.
Ο ίδιος ο Σάντσεθ υιοθέτησε μια ρητορική με επίκεντρο την ασφάλεια προκειμένου να αποκαταστήσει την τάξη στα σύνορα, κάτι που δείχνει ότι το πολιτικό κέντρο βάρους της ΕΕ μετατοπίζεται προς τα δεξιά, καθώς ακόμη και οι αριστερές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν αντίστοιχο λεξιλόγιο.
«Η ισπανική κυβέρνηση θα αξιοποιήσει όλα τα μέσα και όλους τους πόρους του κράτους, για να εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών της Θέουτα», δήλωσε, χαρακτηρίζοντας τη μαζική εισροή «παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Ισπανίας».
Η μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ
Η στροφή προς τα δεξιά στη μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ παγιώθηκε με νέα νομοθεσία που ενέκριναν τον Ιούνιο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ευρωβουλευτές. Το πλαίσιο αυτό προβλέπει αυστηρότερα μέτρα επιτήρησης, περιορισμούς στην ελευθερία μετακίνησης και τη δυνατότητα δημιουργίας «κέντρων επιστροφής» σε τρίτες χώρες.
Τα κέντρα απελάσεων αποτελούν μια αμφιλεγόμενη πρωτοβουλία, με αιχμή την Ιταλία, η οποία τα υλοποιεί στην Αλβανία, δημιουργώντας δομές για την εξέταση αιτημάτων ασύλου και την έκδοση εντολών επαναπατρισμού εκτός των συνόρων της ΕΕ. Η Ολλανδία και η Δανία συγκαταλέγονται επίσης στους πιο ένθερμους υποστηρικτές της προσέγγισης αυτής.
Σε ένα άρθρο γνώμης (πηγή στα Αγγλικά) που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα στην γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung, ο επικεφαλής του ΕΛΚ Μάνφρεντ Βέμπερ ζήτησε την ταχεία δημιουργία κέντρων επιστροφής στην Αφρική, επικαλούμενος τη συνεργασία του Μαρόκου κατά την κρίση στη Θέουτα, καθώς η χώρα δέχθηκε αμέσως να επαναπροωθη θεί η πλειονότητα όσων είχαν περάσει παράτυπα τα σύνορα.
Πέραν του Σάντσεθ, τα κέντρα επιστροφής αντιμετωπίζουν αντιδράσεις και από τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος τα έχει χαρακτηρίσει αναποτελεσματικά και αντίθετα προς τις αξίες της ΕΕ.
Ωστόσο, στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, 19 ηγέτες υπέγραψαν κοινή δήλωση με την οποία ζητούν να γίνει «πλήρης χρήση» των νέων κανόνων της ΕΕ για τη μετανάστευση, υπαινισσόμενοι έτσι την υλοποίηση των κέντρων επιστροφής. Ανώτερα στελέχη της Επιτροπής έχουν υιοθετήσει αντίστοιχη, προσανατολισμένη στην ασφάλεια προσέγγιση.
Σε ειδική συνεδρίαση επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο επίτροπος Μπρουνερ τόνισε ότι «δεν μπορούμε να αποδεχθούμε μια τέτοια παραβίαση της ακεραιότητας των εξωτερικών συνόρων μας και, ταυτόχρονα, της ασφάλειας της Ένωσης».
«Από αυτό το περιστατικό είναι σαφές ότι πρέπει να κάνουμε περισσότερα για να ενισχύσουμε περαιτέρω τα σύνορά μας στα κρίσιμα σημεία, τόσο με αυστηρή παρακολούθηση όσο και με χρήση φυσικών φραγμών όπου χρειάζεται», έγραψε η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε μια επιστολή προς τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ.