Πέντε χώρες της ΕΕ σπεύδουν να ιδρύσουν κέντρα επιστροφής μεταναστών με πιθανές τοποθεσίες Ουγκάντα και Ρουάντα, παρά νομικά εμπόδια και αποτελέσματα κάτω των προσδοκιών.
Η μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ έχει επικεντρωθεί ολοένα και περισσότερο στην αμφιλεγόμενη ιδέα χρήσης «κέντρων επιστροφής» για τη μεταφορά παράτυπων μεταναστών σε τρίτες χώρες, όπως κατοχυρώνεται στον πρόσφατα εγκριθέντα Κανονισμό για τις Επιστροφές.
«Πρέπει να δημιουργήσουμε κέντρα επαναπατρισμού σε τρίτες χώρες, καθώς και άλλες καινοτόμες λύσεις εκτός Ευρώπης. Εργαζόμαστε σκληρά προς αυτή την κατεύθυνση», έγραψαν η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και η Δανή ομόλογός της Μέτε Φρέντερικσεν σε μια κοινή δήλωση στις αρχές του μήνα.
Δεκαεννέα χώρες της ΕΕ θεωρούν πως πρόκειται για «καινοτόμο λύση» στη διαχείριση της μετανάστευσης, όπως διατυπώθηκε σε μια κοινή επιστολή (πηγή στα Αγγλικά) που εστάλη στους ευρωπαίους ηγέτες τον περασμένο Ιούνιο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα κέντρα θα γίνουν πραγματικότητα μάλλον σύντομα.
Ένα κρίσιμο debate για τη μετανάστευση θα διεξαχθεί στην επόμενη σύνοδο κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με τα κέντρα επιστροφής να αποτελούν ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης.
Ωστόσο, θεμελιώδη ερωτήματα για τον τρόπο εφαρμογής της πολιτικής μένουν αναπάντητα. Πώς θα λειτουργούν τα κέντρα επιστροφής; Πού θα εγκατασταθούν; Και σε ποια προβλήματα έχουν προσκρούσει μέχρι σήμερα; Στη συνέχεια, το Euronews αναλύει τα βασικά ζητήματα γύρω από το νέο «δόγμα» για τη μετανάστευση – και γιατί η πραγματικότητα μπορεί να μην ανταποκριθεί στο πολιτικό αφήγημα.
Τι είναι τα κέντρα επιστροφής;
Τα κέντρα επιστροφής είναι δομές σε «τρίτη χώρα» – μια μη ευρωπαϊκή χώρα με την οποία ένα κράτος μέλος της ΕΕ έχει συνάψει συμφωνία για τη μεταφορά ανθρώπων, ακόμη κι αν δεν έχουν καμία σύνδεση με τη συγκεκριμένη χώρα. Σε αυτά μεταφέρονται όσοι δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής στην ευρωπαϊκή επικράτεια και για τους οποίους έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής.
Τα κέντρα μπορεί να λειτουργούν είτε ως χώροι διέλευσης, όπου ένα άτομο παραμένει μέχρι να επιστραφεί στη χώρα καταγωγής του, είτε ως τόποι παραμονής χωρίς καμία εγγύηση ότι θα υπάρξει τελικά επιστροφή.
Αν και ο όρος «κέντρα επιστροφής» δεν εμφανίζεται ρητά στο κείμενο του κανονισμού, ο νόμος αναδιαμορφώνει μια αρχική πρόταση (πηγή στα Αγγλικά) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθορίζοντας τους όρους για τη δημιουργία κέντρων εκτός ΕΕ. Κάθε κέντρο απαιτεί «συμφωνία ή διευθέτηση» που θα συνάπτεται από την ΕΕ ή ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της με μια τρίτη χώρα.
Η Ιταλία έχει πρωτοστατήσει σε αυτή την προσέγγιση με την Αλβανία, όπου κέντρα που άνοιξαν τον Οκτώβριο του 2024 χρησιμοποιούνται για τη φιλοξενία μεταναστών που διασώζονται ή αναχαιτίζονται στη θάλασσα από τις ιταλικές αρχές. Η Ρώμη προωθεί αυτό το μοντέλο ως πρότυπο για το σύνολο της ΕΕ.
Παράδοξα, όμως, η εγκατάσταση στην Αλβανία δεν είναι τεχνικά κέντρο επιστροφής. Αρχικά είχε σχεδιαστεί να φιλοξενεί μόνο αιτούντες άσυλο, «εξωτερικεύοντας» τη διαδικασία ασύλου, την οποία διεκπεραίωναν οι ιταλικές αρχές σε αλβανικό έδαφος.
Αντιμέτωπη με νομικές προσφυγές, η κυβέρνηση Μελόνι μετέτρεψε (πηγή στα Αγγλικά) τον Μάρτιο του 2025 το κέντρο σε δομή απέλασης για παράτυπους μετανάστες στους οποίους είχε ήδη επιβληθεί απόφαση επιστροφής. Η αλλαγή αυτή έκανε την αλβανική εγκατάσταση έναν πρώιμο προάγγελο των κέντρων επιστροφής, παραμένει όμως υπό ιταλική διαχείριση και οι ιταλικές αρχές εξακολουθούν να είναι υπεύθυνες για τον τελικό επαναπατρισμό των μεταναστών.
Το ευρωπαϊκό μοντέλο θα μπορούσε να πάει ακόμη παραπέρα, αναθέτοντας πλήρως σε μια τρίτη χώρα τη διαχείριση και την ευθύνη για τη διαδικασία ασύλου και απέλασης.
Τα κέντρα καταγραφής και κράτησης της Ιταλίας στην Αλβανία θα πρέπει να επανεξεταστούν όταν η χώρα ενταχθεί στην ΕΕ. Η Αλβανία είναι η δεύτερη πιο κοντινή υποψήφια προς ένταξη μετά το Μαυροβούνιο.
Ποιες χώρες εξετάζονται;
Ο Κανονισμός για τις Επιστροφές έχει συμφωνηθεί πολιτικά, αλλά τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει ακόμη να ολοκληρώσουν την τυπική του έγκριση: ο νόμος δεν έχει τεθεί σε ισχύ, καθώς δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ένωσης.
Σύμφωνα με αξιωματούχο της ΕΕ, η γλώσσα του κανονισμού βρίσκεται σε νομικό έλεγχο και η τελική έγκριση αναμένεται μάλλον το φθινόπωρο.
Στο μεταξύ, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φέρεται να εργάζονται ήδη για τη δημιουργία κέντρων επιστροφής σε τρίτες χώρες, διαπραγματευόμενες είτε διμερώς είτε ως ομάδα.
Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Ελλάδα και Κάτω Χώρες έχουν επιβεβαιώσει ότι διαπραγματεύονται τη δημιουργία τέτοιων δομών. Στόχος τους είναι να έχουν την πρώτη συμφωνία εταιρικής σχέσης έως το τέλος του έτους, ώστε να υπογραφεί στις αρχές του 2027, ανέφερε διπλωμάτης στο Euronews. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ενήμερη, αλλά δεν συμμετέχει.
Σύμφωνα με την ελληνική εφημερίδα «Καθημερινή», οι πέντε χώρες της ΕΕ βρίσκονται σε προχωρημένες συνομιλίες με την Ουγκάντα, με στόχο ένα κέντρο να λειτουργήσει μέσα στον επόμενο χρόνο. Οι εμπλεκόμενες χώρες αρνήθηκαν να το επιβεβαιώσουν, επικαλούμενες τον κίνδυνο οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις να βλάψουν τις διαπραγματεύσεις.
Η Ρουάντα είναι μια ακόμη αφρικανική χώρα που εξετάζεται από την ομάδα των πέντε, σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel. Η Ρουάντα βρισκόταν επίσης στο επίκεντρο ενός εξαιρετικά αμφιλεγόμενου – και πλέον εγκαταλελειμμένου – βρετανικού σχεδίου για τη μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο όσο εξετάζονταν οι αιτήσεις τους.
Οι υπουργοί Μετανάστευσης των πέντε χωρών αναμένεται να αξιολογήσουν την πρόοδο σε συνάντηση στην Κοπεγχάγη στις 4 Σεπτεμβρίου.
Τον Απρίλιο, παράλληλα, η αυστριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε μια συμφωνία για μετανάστευση και επανεισδοχή με το Ουζμπεκιστάν, η οποία δεν περιλαμβάνει κέντρο επιστροφής. Δημοσιεύματα και βουλευτές στη χώρα έχουν αναφερθεί στο Ουζμπεκιστάν ως πιθανή τοποθεσία, αλλά το υπουργείο Εξωτερικών του Ουζμπεκιστάν το διέψευσε σε δήλωσή του στο Euronews, σημειώνοντας ότι «επί του παρόντος δεν διεξάγονται διαπραγματεύσεις για το θέμα».
Ποια είναι τα νομικά και πρακτικά προβλήματα;
Σε επιστολή που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, Μάικλ Ο’Φλάχερτι, κάλεσε τις πέντε χώρες της ΕΕ να διασφαλίσουν πως «κάθε σχετική πρωτοβουλία θα προηγείται μιας ολοκληρωμένης εκ των προτέρων αξιολόγησης των πιθανών άμεσων ή έμμεσων κινδύνων παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνδέονται με την προτεινόμενη συνεργασία».
Ο Κανονισμός για τις Επιστροφές δεν προβλέπει ρητά υποχρεωτική εκτίμηση επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα, ωστόσο ορίζει ότι «μια τέτοια συμφωνία ή διευθέτηση μπορεί να συναφθεί μόνο με τρίτη χώρα όπου τηρούνται τα διεθνή πρότυπα και αρχές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της μη επαναπροώθησης».
Το 2024, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής επέκρινε την Επιτροπή επειδή υπέγραψε Μνημόνιο Κατανόησης με την Τυνησία για τον έλεγχο των συνόρων και τη διαχείριση της μετανάστευσης χωρίς να έχει προηγηθεί εκτίμηση επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι πλέον κράτος μέλος της ΕΕ, η συλλογιστική της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά του σχεδίου μεταφοράς αιτούντων άσυλο στη Ρουάντα, τον Νοέμβριο του 2023, είναι ενδεικτική: το δικαστήριο έκρινε ότι η Ρουάντα δεν είναι επαρκώς ασφαλής, δεδομένου του κινδύνου δίωξης ή κακομεταχείρισης. Η νέα κυβέρνηση των Εργατικών εγκατέλειψε ως αποτέλεσμα το σχέδιο.
Το σχέδιο της ίδιας της Μελόνι για μετεγκατάσταση στην Αλβανία έχει συναντήσει αντίστοιχες δικαστικές δυσκολίες, με Ιταλούς δικαστές να αμφισβητούν τον χαρακτηρισμό χωρών όπως το Μπανγκλαντές και η Αίγυπτος ως «ασφαλών» – χαρακτηρισμός στον οποίο είχαν βασιστεί οι ιταλικές αρχές για να εξετάζουν τις αιτήσεις ασύλου με επιταχυμένη διαδικασία.
Καθοριστικό είναι ότι οι υποθέσεις που προέκυψαν από τη λειτουργία των κέντρων στην Αλβανία έχουν πλέον φθάσει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο δεν έχει ακόμη αποφανθεί για το κεντρικό ερώτημα: εάν η Ιταλία μπορεί να μεταφέρει εκτός ΕΕ άτομο για το οποίο έχει εκδοθεί εντολή κράτησης.
Θα λειτουργήσουν τα κέντρα επιστροφής;
«Μια αξιολόγηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων – που θα έπρεπε να πραγματοποιείται για όλες αυτές τις συμφωνίες – απαιτεί χρόνο, ενώ τα κράτη της ΕΕ σπεύδουν να υπογράψουν συμφωνίες με τρίτες χώρες, ακόμη κι όταν οι κανόνες δεν έχουν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή», δήλωσε στο Euronews η Σάρα Πρεστιανί, υπεύθυνη συνηγορίας στην ΜΚΟ Euromed Rights.
Η Πρεστιανί περιέγραψε τις χώρες που εξετάζονται για τη φιλοξενία κέντρων επιστροφής ως «χαρακτηριζόμενες από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και εξέφρασε αμφιβολίες για τη μεθοδολογία με την οποία πραγματοποιούνται οι απαιτούμενες εκτιμήσεις επιπτώσεων.
Παρά ταύτα, η μεταφορά παράτυπων μεταναστών εκτός των συνόρων της ΕΕ πιθανότατα θα απαιτήσει μακρές διαπραγματεύσεις με τις χώρες υποδοχής, ενώ προηγούμενες περιπτώσεις δείχνουν ότι, χωρίς εχέγγυα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, νομικές προσφυγές μπορούν εύκολα να τινάξουν στον αέρα το σχέδιο.
«Βλέπω σίγουρα ερωτήματα σχετικά με το τι μπορεί να ζητήσει μια τρίτη χώρα ως αντάλλαγμα για τη φιλοξενία ανθρώπων που δεν είναι υπήκοοί της», ανέφερε στο Euronews ο Νταβίδε Κολόμπι, ερευνητής για τη μετανάστευση στο think tank CEPS, που εδρεύει στις Βρυξέλλες.
Στο μεταξύ, η μετεγκατάσταση παράτυπων μεταναστών εντός της Ένωσης έχει αποδειχθεί πολύ πιο απλή, γεγονός που όμως ασκεί μεγαλύτερη πίεση στις χώρες πρώτης γραμμής όπως η Ιταλία να τηρούν αυστηρά την αρχή της χώρας πρώτης άφιξης.
Οι υποστηρικτές της προσέγγισης των κέντρων επιστροφής αντιτείνουν ότι τα νομικά και πρακτικά εμπόδια δεν είναι ανυπέρβλητα και ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες απλώς χρειάζονται χρόνο για να οικοδομήσουν ένα λειτουργικό σύστημα απομάκρυνσης παράτυπων μεταναστών, μόλις τα κέντρα τεθούν σε λειτουργία.
Όμως προηγούμενες περιπτώσεις γεννούν αμφιβολίες για το κατά πόσο η πραγματικότητα θα ανταποκριθεί στις φιλοδοξίες.
«Οι προηγούμενες εμπειρίες εξωτερικοποίησης ή μεταφοράς στο εξωτερικό της διαχείρισης της μετανάστευσης υπήρξαν εξαιρετικά δαπανηρές, έντονα αμφισβητούμενες νομικά και με πολύ περιορισμένα αποτελέσματα στην πράξη», είπε ο Κολόμπι.
Παρά τα χρόνια προετοιμασίας και τις τεράστιες οικονομικές επενδύσεις, συνολικά τέσσερα άτομα μετεγκαταστάθηκαν οικειοθελώς από το Ηνωμένο Βασίλειο στη Ρουάντα προτού το σχέδιο ακυρωθεί. Η Ιταλία είχε αρχικά προβλέψει τη φιλοξενία περίπου 3.000 μεταναστών το μήνα στα κέντρα της στην Αλβανία· σύμφωνα με πληροφορίες, ο πραγματικός αριθμός έχει περιοριστεί σε μόλις 500 άτομα συνολικά από τότε που μετατράπηκαν σε κέντρο απέλασης, τον Μάρτιο του 2025.
Ο συνολικός λογαριασμός υπερβαίνει τα 670 εκατ. ευρώ και, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη (πηγή στα Αγγλικά) ιταλικού πανεπιστημίου, η κράτηση μεταναστών σε αυτά τα κέντρα έχει αποδειχθεί πολύ ακριβότερη για την Ιταλία από τη φιλοξενία τους στο έδαφός της.