Η Ευρώπη εξαρτάται από την Ασία για μεγάλο μέρος των υποδομών που τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ αμερικανικές εταιρείες κατέχουν μεγάλα μερίδια αγοράς σε πολλούς τομείς της τεχνολογίας, κάτι που μπορεί να αφήσει την ήπειρο εκτεθειμένη.
Η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί σε μια «παγίδα εξάρτησης» στον τομέα της τεχνολογίας, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη (AI) αναδιαμορφώνει το παγκόσμιο εμπόριο και τις ισορροπίες οικονομικής ισχύος, σύμφωνα με νέα έκθεση.
Η έκθεση της ασφαλιστικής εταιρείας (πηγή στα Αγγλικά) Allianz υποστηρίζει ότι η παγκόσμια οικονομία ανασυγκροτείται γύρω από κλάδους τεχνολογίας, όπως το υπολογιστικό νέφος, τα κέντρα δεδομένων και τα ημιαγωγά, όπου η Ευρώπη εμφανίζεται πιο αδύναμη σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία.
Η Ασία κυριαρχεί στις εξαγωγές αγαθών που σχετίζονται με την AI, συγκεντρώνοντας το 65% αυτού του τμήματος της παγκόσμιας οικονομίας και επτά από τους δέκα κορυφαίους εξαγωγείς AI, σε έναν κλάδο που έχει εκτιναχθεί από 1 τρισ. δολάρια (880 δισ. ευρώ) το 2014 σε 3,8 τρισ. δολάρια (3,3 τρισ. ευρώ) το 2025.
Οι ΗΠΑ έχουν τριπλασιάσει τις εισαγωγές προϊόντων που συνδέονται με την AI από το 2023, κυρίως λόγω των επενδύσεών τους σε κέντρα δεδομένων και υπολογιστικό νέφος. Στη χώρα βρίσκεται επίσης σχεδόν το ήμισυ των κέντρων δεδομένων παγκοσμίως.
Στην Ευρώπη, οι αντίστοιχες εισαγωγές έχουν αυξηθεί μόλις κατά 40% την ίδια περίοδο, γεγονός που αναδεικνύει αυτό που η Allianz περιγράφει ως διευρυνόμενο «χάσμα υποδομών».
Η ΕΕ διαδραματίζει «μετριοπαθή» ρόλο σε όλη την αλυσίδα αξίας της AI, κάτι που αφήνει την περιοχή με «περιορισμένη στρατηγική ισχύ και σημαντική έκθεση σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας», σύμφωνα με την έκθεση.
Εξάρτηση από ένα αμερικανικό «kill switch»
Οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί ελέγχουν έως και το 40% της επιχειρησιακής υπολογιστικής ισχύος της Ευρώπης και σχεδόν τα μισά από τα υπό ανάπτυξη έργα κέντρων δεδομένων.
Οι εταιρείες αυτές επωφελούνται από τη χαμηλή ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα και τον περιορισμένο ανταγωνισμό από εγχώριους παρόχους, αναφέρει η έκθεση.
Οι ΗΠΑ κατέχουν επίσης μερίδιο 80% στην αγορά υπηρεσιών cloud της Ευρώπης, το 59% των εσόδων από λογισμικό επιχειρήσεων και μερίδιο 73% στην αγορά λογισμικού διαχείρισης πελατών. Αυτό αφήνει τους μη αμερικανικούς παίκτες «να ανταγωνίζονται για τα υπόλοιπα περιθώρια». «Δομικοί περιορισμοί, κατακερματισμένο ρυθμιστικό πλαίσιο, περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης, καθυστερήσεις στις συνδέσεις με το δίκτυο, η απουσία εγχώριων hyperscalers και η περιορισμένη χρηματοδότηση από επενδυτικά κεφάλαια ή το κράτος ενισχύουν αυτή την εξάρτηση», αναφέρεται στην έκθεση.
Η Ευρώπη εξαρτάται επίσης από την ασιατική παραγωγή υλικού, όπως τις μονάδες γραφικής επεξεργασίας (GPU) που είναι απαραίτητες για την εκπαίδευση μοντέλων AI. Η Ένωση εισάγει το 57% του συνόλου του εξοπλισμού πληροφορικής και πάνω από τα μισά από τα μηχανήματα που χρειάζονται τα κέντρα δεδομένων της από πέντε ασιατικές χώρες: Ταϊβάν, Κίνα, Νότια Κορέα, Μαλαισία και Βιετνάμ.
Αυτή η εξάρτηση από ασιατικό υλικό «συμπληρώνει» την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, η οποία θα «ενταθεί» εάν δεν υπάρξουν αυτόνομες επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα, σημειώνει η έκθεση.
«Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη βρίσκεται διαρκώς υπό την απειλή ενός αμερικανικού “kill switch” για τα δεδομένα στο cloud, που σημαίνει ότι η χώρα αυτή μπορεί να διακόψει αυτές τις υπηρεσίες όποτε το θελήσει», προσθέτει η έκθεση. «Αυτό θα δημιουργήσει ένα ολοένα και μεγαλύτερο ανισοζύγιο υπηρεσιών ΕΕ–ΗΠΑ, εάν οι αγορές που σχετίζονται με την AI αναπτυχθούν εκτός Ευρώπης».
Το «διπλό έλλειμμα» της Ευρώπης
Η ήπειρος αντιμετωπίζει αυτό που η έκθεση αποκαλεί «διπλό έλλειμμα»: έλλειψη ιδιωτικών κεφαλαίων και κατακερματισμένη δημόσια πολιτική, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου ιδιωτικές εταιρείες διοχετεύουν εκατοντάδες δισ. σε υποδομές AI, ή την Κίνα, όπου το κράτος κατευθύνει κεντρικά τις επενδύσεις.
Η Ευρώπη πρέπει να άρει τα ρυθμιστικά και χρηματοδοτικά εμπόδια προκειμένου «να αποφύγει να παγιδευτεί σε μια τεχνολογική εξάρτηση», αναφέρει η έκθεση.
Ενδεικτικά, η έκθεση επισημαίνει ότι ο συνδυασμός περιορισμένης διαθεσιμότητας γης στις πόλεις, περίπλοκων διαδικασιών αδειοδότησης και περιβαλλοντικών κανονισμών καθιστά δύσκολη την κατασκευή κέντρων δεδομένων. Ορισμένα έργα μπορεί να χρειαστούν έως και τέσσερα χρόνια για να ξεκινήσουν.
Σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, τα έργα κέντρων δεδομένων μπορεί να απαιτήσουν έως και πέντε χρόνια, επειδή οι πάροχοι δεν μπορούν να συνδεθούν με γηρασμένα ηλεκτρικά δίκτυα περιορισμένης ικανότητας, που αδυνατούν να καλύψουν τις υψηλές ενεργειακές ανάγκες ενός νέου κέντρου, προσθέτει η έκθεση.
Παρά τις ανησυχίες αυτές, η έκθεση εκτιμά ότι η Ευρώπη διατηρεί ορισμένα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στη βιομηχανική μηχανική, σε εφαρμογές αυτοματισμού με AI και στη ρυθμιστική τεχνητή νοημοσύνη.
Χαιρετίζει πρωτοβουλίες όπως τα έργα κυρίαρχου υπολογιστικού νέφους στη Γαλλία και τη Σουηδία, που επιδιώκουν να αποδεσμεύσουν τις δημόσιες υπηρεσίες από αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας όπως η Google ή η Amazon Web Services (AWS) και να κατευθύνουν τις επενδύσεις σε ευρωπαϊκές λύσεις.
Οι πρωτοβουλίες αυτές αποτελούν ελπιδοφόρα «αντίβαρα», αλλά παραμένουν ακόμη περιορισμένης κλίμακας, καταλήγει η έκθεση.