Ο Τραμπ επιβεβαίωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η Ματσάδο είχε αφήσει το μετάλλιο για να το κρατήσει ο ίδιος και είπε πως ήταν τιμή που τη συνάντησε
Η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας Μαρία Κορίνα Ματσάδο δήλωσε την Πέμπτη ότι παρέδωσε το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης, που έλαβε πρόσφατα, στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και συζήτησε το μέλλον της χώρας της με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η ασυνήθιστη χειρονομία της Ματσάδο προς τον Τραμπ έγινε μετά από μια σειρά ραγδαίων εξελίξεων στη Βενεζουέλα, με την τολμηρή αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση για την σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της σύζυγου του.
Κατά την επίσκεψη, η Ματσάδο έδωσε στον Τραμπ το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης «ως αναγνώριση της μοναδικής του δέσμευσης για την ελευθερία μας», είπε στους δημοσιογράφους έξω από το Καπιτώλιο των ΗΠΑ.
«Παρέδωσα στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών το μετάλλιο, το Νόμπελ Ειρήνης», είπε η Ματσάδο στους δημοσιογράφους καθώς έφευγε από τον Λευκό Οίκο.
Ο Τραμπ επιβεβαίωσε αργότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η Ματσάδο άφησε το μετάλλιο για να το κρατήσει εκείνος και είπε ότι ήταν τιμή του που τη συνάντησε.
«Είναι μια υπέροχη γυναίκα που έχει περάσει τόσα πολλά. Η Μαρία μου παρέδωσε το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης της για το έργο που έχω κάνει», έγραψε ο Τραμπ στην ανάρτησή του. «Μια τόσο υπέροχη χειρονομία αμοιβαίου σεβασμού. Ευχαριστώ, Μαρία!»
Ο Λευκός Οίκος στη συνέχεια δημοσίευσε φωτογραφία της Ματσάδο να κρατά το μετάλλιο μέσα σε μεγάλη κορνίζα, ενώ στέκεται δίπλα στον Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο.
Στην κορνίζα αναγράφεται: «Παραδόθηκε ως προσωπικό σύμβολο ευγνωμοσύνης, εκ μέρους του λαού της Βενεζουέλας, σε αναγνώριση των αρχών και της αποφασιστικής δράσης του προέδρου Τραμπ για την εξασφάλιση μιας ελεύθερης Βενεζουέλας».
Η συνάντηση Τραμπ - Ματσάδο έγινε την ώρα που η ασκούσα καθήκοντα προέδρου της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροδρίγκες εκφωνούσε την πρώτη της ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους στο Καράκας και την ώρα που αμερικανικές δυνάμεις στη Θάλασσα της Καραϊβικής κατέσχεσαν ένα ακόμη δεξαμενόπλοιο υπό κυρώσεις, το οποίο, σύμφωνα με την κυβέρνηση Τραμπ, είχε δεσμούς με τη Βενεζουέλα.
Το μέλλον της Βενεζουέλας μετά τον Μαδούρο παραμένει ασαφές, ιδίως καθώς ο Τραμπ και οι κορυφαίοι σύμβουλοί του έχουν δείξει διάθεση να συνεργαστούν με τη Ροδρίγκες, που ήταν αντιπρόεδρος του Μαδούρο, και όχι με το κόμμα της Ματσάδο, το οποίο θεωρείται ευρέως ότι κέρδισε τις εκλογές του 2024.
Ο Τραμπ, που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει αυτοχαρακτηριστεί ως ασκών καθήκοντα προέδρου της Βενεζουέλας και έχει πει ότι θα ελέγχει τα έσοδα από το πετρέλαιο της χώρας, είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι θα ήταν δύσκολο για τη Ματσάδο να ηγηθεί διότι «δεν έχει την υποστήριξη ή τον σεβασμό εντός της χώρας».
«Μπορούμε να υπολογίζουμε στον πρόεδρο Τραμπ», λέει η Ματσάδο
Προτού ξεκινήσει η συνάντηση της Πέμπτης, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λίβιτ χαρακτήρισε τη Ματσάδο «μια ξεχωριστή και θαρραλέα φωνή», αλλά είπε επίσης ότι η συνάντηση δεν σημαίνει ότι άλλαξε η άποψη του Τραμπ για εκείνη, την οποία χαρακτήρισε «ρεαλιστική εκτίμηση».
Η Λίβιτ είπε στους δημοσιογράφους ότι ο Τραμπ στηρίζει νέες εκλογές στη Βενεζουέλα «όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή», χωρίς να διευκρινίσει πότε θεωρεί ότι θα είναι αυτό.
Μετά τη συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών, η Ματσάδο χαιρέτισε δεκάδες υποστηρικτές που περίμεναν κοντά στις πύλες του Λευκού Οίκου, σταματώντας για να αγκαλιάσει πολλούς.
«Μπορούμε να υπολογίζουμε στον πρόεδρο Τραμπ», τους είπε χωρίς να επεκταθεί, παρακινώντας κάποιους να φωνάξουν για λίγο «Ευχαριστούμε, Τραμπ».
Αργότερα είχε συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών με μια διακομματική ομάδα γερουσιαστών, στους οποίους είπε ότι «αν δεν υπάρξει κάποια πρόοδος, πραγματική πρόοδος προς μια μετάβαση της εξουσίας και/ή εκλογές τους επόμενους μήνες, πρέπει να ανησυχούμε όλοι», σύμφωνα με τον Δημοκρατικό γερουσιαστή Κρις Μέρφι, από το Κονέκτικατ.
Πριν από την επίσκεψη της Ματσάδο στην Ουάσινγκτον, το Νορβηγικό Ινστιτούτο Νόμπελ, διοργανωτής των βραβείων Νόμπελ, ανέφερε σε ανακοίνωσή του την Παρασκευή ότι το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης δεν μπορεί να ανακληθεί, να μεταβιβαστεί ή να διαιρεθεί από τη στιγμή που έχει ανακοινωθεί.