Η συρρίκνωση των θαλάσσιων πάγων μπορεί να αναγκάσει τους παραδοσιακούς ψαράδες πάγου να χρησιμοποιούν βάρκες ή να στραφούν στην εμπορική αλιεία.
Ο ψαράς Χέλγκι Άαργκιλ δεν ξέρει πια τι να περιμένει στα φιόρδ της Γροιλανδίας, όπου περνά έως και πέντε μέρες κάθε φορά με τη βάρκα του, παρέα με τον σκύλο του, τη Μόλι, και το διαρκώς μεταβαλλόμενο Βόρειο Σέλας στον ουρανό.
Πέρσι, η βάρκα του παγιδεύτηκε σε πάγους που αποκόπηκαν από τον κοντινό παγετώνα. Φέτος, αντίθετα, έχει κυριαρχήσει η βροχή. Τα έσοδά του είναι εξίσου απρόβλεπτα. Μία εξόρμηση μπορεί να του αποφέρει γύρω στις 100.000 δανικές κορώνες (περίπου 13.400 ευρώ) ή και απολύτως τίποτα.
Το ταχέως μεταβαλλόμενο κλίμα της Αρκτικής γεννά νέα ερωτήματα για τη Γροιλανδία, την ημιαυτόνομη επικράτεια της Δανίας που έχει ταραχτεί από το ενδιαφέρον του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να την αγοράσει.
Ενώ η προσέγγιση του Τραμπ απέναντι στη Γροιλανδία έχει μεταβληθεί, ο κόσμος δεν έχει καταφέρει να επιβραδύνει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η Αρκτική θερμαίνεται πιο γρήγορα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του πλανήτη, εξαιτίας της καύσης πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα.
Κανείς δεν γνωρίζει τι θα σημάνει αυτό για τη βιομηχανία αλιείας, που σε μεγάλο βαθμό κινεί την οικονομία της Γροιλανδίας. Η αλιεία αντιστοιχεί έως και στο 95% των εξαγωγών, πολλές από τις οποίες κατευθύνονται στη μεγαλύτερη αγορά της, την Κίνα, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και την Ευρώπη.
Η εξαφάνιση του θαλάσσιου πάγου στην Αρκτική
Τυλιγμένος με ένα μάλλινο πουλόβερ για να αντέξει τον παγωμένο άνεμο, ο Άαργκιλ εξηγεί πώς ψαρεύει ιππόγλωσσες και μπακαλιάρο. Άλλα βασικά αλιεύματα είναι οι γαρίδες και ο χιονοκάβουρας, που μαζί με τα πόδια του μπορεί να φτάσει σε μήκος πάνω από ένα μέτρο.
Οι παραδοσιακοί ψαράδες στον θαλάσσιο πάγο, που αποτελούν τη μισή τοπική βιομηχανία, βιώνουν τις πιο δραματικές αλλαγές στον τρόπο που ψαρεύουν.
«Ο πατέρας μου ψάρευε από τον θαλάσσιο πάγο, που είχε πάχος ενάμιση μέτρο», θυμάται ο Καρλ Σάντγκριν, επικεφαλής του Icefjord Center, που καταγράφει την κλιματική αλλαγή στην περιοχή και εδρεύει στην πόλη Ιλουλισάτ.
Εκείνος ο θαλάσσιος πάγος άρχισε να εξαφανίζεται γύρω στο 1997, λέει ο Σάντγκριν, και οι ψαράδες που άνοιγαν τρύπες στον πάγο για να ψαρέψουν άρχισαν σταδιακά να βγαίνουν με βάρκες. Η χρήση σκαφών τους επιτρέπει να καλύπτουν μεγαλύτερες περιοχές, συνεπάγεται όμως επιπλέον κόστος και ρύπανση που επιταχύνει περαιτέρω τη θέρμανση.
Οι παραδοσιακοί ψαράδες μπορεί να στραφούν στην εμπορική αλιεία
Η αλιεία έχει διαμορφώσει τις κοινότητες της Γροιλανδίας. Το λιμάνι όπου επιστρέφουν οι ψαράδες για να πουλήσουν την ψαριά τους βρίσκεται στην καρδιά κάθε πόλης ή χωριού. Πριν βγουν στη θάλασσα, ορισμένοι ψαράδες προμηθεύονται κιβώτια από τις αλιευτικές εταιρείες του νησιού για να συσκευάσουν την ψαριά τους, η οποία, στην πρωτεύουσα Νουούκ, ανελκύεται με βαρούλκο από τη βάρκα στη μονάδα επεξεργασίας ψαριών.
Ο Τόκε Μπίντζερ, διευθύνων σύμβουλος του μεγαλύτερου εργοδότη στο νησί, της Royal Greenland, λέει πως ανησυχεί ολοένα και περισσότερο για ένα μέλλον με σημαντικά λιγότερο θαλάσσιο πάγο. Αυτό θα μπορούσε να σπρώξει τους παραδοσιακούς ψαράδες προς τις μεγαλύτερες κοινότητες και στις τάξεις της εμπορικής αλιείας.
Το ζητούμενο τώρα είναι πώς θα στηριχθούν οι παραδοσιακοί ψαράδες όταν κάποιες φορές υπάρχει «πάρα πολύς πάγος για να ταξιδέψουν διά θαλάσσης, αλλά πολύ λίγος για να βγουν επάνω του», λέει ο Μπίντζερ. Ήδη αυτή η αβεβαιότητα έχει προκαλέσει ένα «τεράστιο» πρόβλημα.
Ήδη η Royal Greenland δανείζει χρήματα σε ψαράδες για να αγοράσουν βάρκα, τα οποία αποπληρώνουν από την πώληση της ψαριάς τους, προσθέτει ο Μπίντζερ.
Αν όλοι στραφούν στην αλιεία με βάρκες, αυτό μπορεί να βοηθήσει οικονομικά αλλά να οδηγήσει σε υπεραλίευση, λέει ο Μπόρις Βορμ, ειδικός στη θαλάσσια βιοποικιλότητα στο Πανεπιστήμιο Dalhousie στον Καναδά.
Στη Γροιλανδία υπάρχουν ήδη σημάδια υπερβολικής αλιείας κοντά στις ακτές, καθώς οι ιππόγλωσσες μικραίνουν σε μέγεθος, λέει ο Μπίντζερ. Ο Βορμ συμφωνεί, χαρακτηρίζοντάς το κλασικό σημάδι υπεραλίευσης, καθώς τα μεγαλύτερα ψάρια πιάνονται και μένουν τα μικρότερα, νεότερα.
Το πρόβλημα αυτό μπορεί να επιδεινωθεί όσο ο πάγος υποχωρεί και τα ψάρια γίνονται πιο προσβάσιμα. Τα ιχθυαποθέματα ίσως αυξηθούν, καθώς η πιο ζεστή ατμόσφαιρα φέρνει περισσότερες βροχές και το λιώσιμο των πάγων μεταφέρει περισσότερα θρεπτικά συστατικά στο πλαγκτόν με το οποίο τρέφονται τα ψάρια, σημειώνει ο Βορμ.
Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι τα ψάρια ίσως να μη συμπεριφέρονται πλέον τόσο «προβλέψιμα» όσο στο παρελθόν, αναζητώντας νέες πηγές τροφής αν δεν μπορούν πια να τραφούν με τα φύκη που αναπτύσσονται κάτω από τον θαλάσσιο πάγο.
Λιγοστές επιλογές πέρα από την αλιεία
Πάνω στη βάρκα του κοντά στο Νουούκ, ο Άαργκιλ σκέφτεται ακόμη μία πρόκληση: η ζέστη κάνει ορισμένα είδη ψαριών πιο δύσκολο να αλιευθούν, καθώς κατεβαίνουν σε μεγαλύτερα βάθη αναζητώντας ψυχρότερα νερά.
«Είναι υπερβολικά ζεστά», λέει, κοιτάζοντας τους λόφους γύρω από το φιόρδ. «Δεν ξέρω πού πάνε τα ψάρια, αλλά δεν υπάρχουν πια τόσα πολλά».
Οι επιλογές πέρα από την αλιεία παραμένουν λιγοστές στη Γροιλανδία. Ο τουρισμός αυξάνεται, αλλά απέχει πολύ από το να καλύψει σημαντικό μέρος της οικονομίας.
Η παράδοση βρίσκεται επίσης στον πυρήνα των ανησυχιών για την κλιματική αλλαγή. Ήδη οι οδηγοί έλκηθρων με σκύλους έχουν περιοριστεί στην ξηρά όταν δεν υπάρχει θαλάσσιος πάγος.
«Είναι πραγματικά πολύ σημαντικό για πολλούς Γροιλανδούς να μπορούν να βγαίνουν στη θάλασσα και να ταξιδεύουν με βάρκα», λέει ο Κεν Γιάκομπσεν, διευθυντής του εργοστασίου της Royal Greenland στο Νουούκ. Η αλιεία είναι το «πιο σημαντικό» πράγμα.
Μόνο στην πρωτεύουσα, όπως λέει, υπάρχουν πάνω από 1.000 βάρκες στο λιμάνι το καλοκαίρι, σε μια επικράτεια όπου ο συνολικός πληθυσμός μόλις που ξεπερνά τους 50.000 κατοίκους.