Η χιλιανή ερημίτικη αράχνη Loxosceles laeta εντοπίστηκε στο Πόρτο, για πρώτη φορά στην Ιβηρική· παρά το δηλητηριώδες δάγκωμα, ο κίνδυνος θεωρείται μικρός.
Ένα νέο είδος δηλητηριώδους αράχνης, της χιλιανής αράχνης ερημίτη, επιστημονικά γνωστής ως Loxosceles laeta, εντοπίστηκε στην πόλη του Πόρτο, στη βόρεια Πορτογαλία.
Μιλώντας στην Euronews, ένας από τους ερευνητές που υπογράφουν την ανακάλυψη, ο Ζοζέ Μανουέλ Γκρόσο-Σίλβα, εντομολόγος στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Πόρτο, διαβεβαιώνει ότι, λόγω της ντροπαλής συμπεριφοράς και των συνηθειών του είδους, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. «Η πιθανότητα οι άνθρωποι να συναντήσουν το είδος ή να δεχθούν δάγκωμα είναι μικρή», λέει.
«Πρόκειται για ένα είδος ντροπαλό και όχι ιδιαίτερα επιθετικό, αλλά το δάγκωμά του μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες στο δέρμα, οδηγώντας συχνά σε νεκρωτικές δερματικές αλλοιώσεις», αναφέρει η μελέτη (πηγή στα Πορτογαλικά) των βιολόγων Φρανσίσκο Χιλ και Ζοζέ Μανουέλ Γκρόσο-Σίλβα, σχετικά με την πρώτη καταγραφή του είδους στην Ιβηρική χερσόνησο.
Η χιλιανή αράχνη ερημίτης, laeta, είναι ιθαγενές είδος της δυτικής Νότιας Αμερικής και εντοπίζεται συνήθως σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή. Ωστόσο έχει καταφέρει να επεκταθεί σε περιοχές μακριά από το φυσικό της ενδιαίτημα, με ώθηση από το διεθνές εμπόριο.
Η πρώτη ανακάλυψη έγινε τυχαία, διηγείται ο βιολόγος, στις 10 Σεπτεμβρίου 2025, όταν ένα αρσενικό βρέθηκε σε έναν τοίχο στο Campo dos Mártires da Pátria, στο Πόρτο. Η δεύτερη, επίσης αρσενικό, έγινε στις 10 Ιανουαρίου 2026, όταν το δείγμα περισυνελέγη ήδη νεκρό από μια κολλητική παγίδα που δεν προοριζόταν γι’ αυτό.
Παρά την ανακάλυψη αυτού του νέου είδους, μια άλλη δηλητηριώδης αράχνη της ίδιας οικογένειας ζει στην Πορτογαλία εδώ και πολλές δεκαετίες και έχει ευρεία κατανομή. Πρόκειται για την Loxosceles rufescens, ή μεσογειακή αράχνη ερημίτης, που κατάγεται από τη Βόρεια Αμερική και βρίσκεται στην Ευρώπη εδώ και πάνω από 200 χρόνια.
«Δεν γνωρίζουμε αν το νέο είδος υπάρχει μόνο εδώ στο Πόρτο ή αν έχει ήδη εξαπλωθεί περισσότερο. Επειδή η χιλιανή αράχνη ερημίτης μπορεί εύκολα να συγχέεται με τη μεσογειακή αράχνη ερημίτης, είναι πιθανό να υπάρχουν φωτογραφικές καταγραφές που έχουν ταυτοποιηθεί ως το δεύτερο είδος, ενώ στην πραγματικότητα απεικονίζουν το νέο», εξηγεί ο βιολόγος.
Η βασική διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη εντοπίζεται στα παιδόποδα των αρσενικών, αρθρωτά εξαρτήματα στο πρόσθιο μέρος του σώματος των αρσενικών αραχνών, που επιτελούν αισθητηριακές και αναπαραγωγικές λειτουργίες και χρησιμεύουν για τη μεταφορά του σπέρματος στο θηλυκό κατά τη σύζευξη.
Σε επίπεδο μορφολογίας και συμπεριφοράς, τα δύο είδη είναι πολύ όμοια. «Έχουν ομοιόμορφο καφέ χρώμα, δεν διαθέτουν εκείνες τις αποχρώσεις που τους επιτρέπουν να καμουφλάρονται στη βλάστηση και δεν φτιάχνουν τους ιστούς που βλέπουμε συνήθως στα φυτά για να παγιδεύουν έντομα. Κατασκευάζουν ιστούς σε τοίχους, γωνίες και πιο κρυφά, σκοτεινά σημεία και είναι πιο δραστήριες τη νύχτα», εξηγεί ο Ζοζέ Μανουέλ Γκρόσο-Σίλβα.
Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα βαρύτητας, από ήπιες έως σοβαρές περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων μερικών θανατηφόρων, ως αποτέλεσμα των δαγκωμάτων αυτού του τύπου αράχνης. «Ο κίνδυνος υπάρχει, αλλά φαίνεται μικρός, γι’ αυτό προσπαθώ να μην ενισχύω τον πανικό ή την υπερβολική ανησυχία», τονίζει ο βιολόγος.
Το δάγκωμα προκαλεί νέκρωση
Το 2023, στην Πορτογαλία καταγράφηκε ένα περιστατικό λοξοσκελισμού, συνδρόμου που προκαλείται από το δηλητήριο της αράχνης, έπειτα από δάγκωμα της Loxosceles rufescens, της μεσογειακής αράχνης ερημίτης.
Το ψηφιακό επιστημονικό περιοδικό της Εταιρείας Εσωτερικής Ιατρικής Πορτογαλίας, SPMI Case Reports, δημοσίευσε την περίπτωση μιας 48χρονης γυναίκας που δαγκώθηκε από το είδος αυτό ενώ βρισκόταν σε ένα αστικό πάρκο.
Μετά το δάγκωμα στον αυχένα, η γυναίκα εμφάνισε οίδημα χωρίς άμεσο πόνο. Ωστόσο, στις επόμενες 24 ώρες τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν, με αύξηση των πονοκεφάλων, κακουχία, αίσθημα πυρετού, κόπωση και εμφάνιση νέκρωσης με ερύθημα στο σημείο της βλάβης. Αργότερα παρατηρήθηκε απολέπιση του δέρματος σε άλλα σημεία του σώματος, ιδίως γύρω από τα μάτια, στην περιοχή των γλουτών, των μηρών, των χειλιών και του στοματικού βλεννογόνου.
Η ασθενής έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο 16 ημέρες αργότερα, χωρίς να εμφανίζει πλέον συμπτώματα.
Τα νέα είδη εμφανίζονται όλο και συχνότερα
Στην Πορτογαλία έχουν εγκατασταθεί πάνω από 300 είδη εντόμων προερχόμενα από διάφορες περιοχές του κόσμου, πολλά από τα οποία έχουν εισαχθεί από τον άνθρωπο λόγω της αύξησης στη μεταφορά εμπορευμάτων.
«Αλλάζουμε ολοένα και περισσότερο το περιβάλλον γύρω μας. Εισάγουμε σκόπιμα πολλά φυτά που συχνά μεταφέρουν μαζί τους έντομα τα οποία δεν σκοπεύαμε να φέρουμε», εξηγεί.
Ο βιολόγος υπενθυμίζει την περίπτωση της ασιατικής σφήκας, που εισήχθη στην Ευρώπη μέσω της Γαλλίας μαζί με φορτίο από κινεζικά μπονσάι.
Επιπλέον, «μέσω της αστικοποίησης και των μονοκαλλιεργειών, όπως οι ευκάλυπτοι που καταλαμβάνουν τεράστιες εκτάσεις, αλλά και των εκτεταμένων καλλιεργειών, όπως το καλαμπόκι, περιορίζονται οι φυσικοί βιότοποι», γεγονός που συμβάλλει στην αλλαγή των οικοσυστημάτων και ευνοεί την εμφάνιση νέων ειδών.
Η άνοδος της θερμοκρασίας σε παγκόσμια κλίμακα, με την Ευρώπη να θερμαίνεται με ταχύτερο ρυθμό, μπορεί να ευνοήσει την αναπαραγωγή και την εξάπλωση αυτών των εξωτικών ειδών.
«Δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στην Ιβηρική χερσόνησο, αυτό είναι κάτι που πρέπει να παρακολουθήσουμε τα επόμενα χρόνια», σημειώνει ο Ζοζέ Μανουέλ Γκρόσο-Σίλβα.
Η παρουσία της χιλιανής αράχνης ερημίτης στην Ευρώπη
Η πρώτη ευρωπαϊκή καταγραφή του είδους χρονολογείται από το 1972, σε κτίριο των τμημάτων Ζωολογίας και Γενετικής του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, στη Φινλανδία.
Πιθανολογείται ότι το είδος μεταφέρθηκε από τον άνθρωπο και εγκαταστάθηκε στο εσωτερικό του κτιρίου, ώστε να επωφεληθεί από τις υψηλότερες θερμοκρασίες, καθώς δύσκολα θα επιβίωνε στο εξωτερικό κλίμα της Φινλανδίας.
Το 2025, το Πανεπιστήμιο Eberhard Karl του Τύμπιγκεν, στη Γερμανία, εντόπισε επίσης ένα δείγμα του είδους στο υπόγειο του ιδρύματος.
Υπάρχουν ακόμη αναφορές για πιθανή παρουσία του είδους στην Ιταλία. Ωστόσο, ο ιστότοπος όπου δημοσιεύτηκε αρχικά η σχετική πληροφορία δεν είναι πλέον διαθέσιμος και, ως εκ τούτου, η καταγραφή παραμένει ανεπιβεβαίωτη.