Το όραμα της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για Ευρώπη που ηγείται στην κούρσα της ΑΙ διχάζει τους ευρωβουλευτές, ενώ σκεπτικιστές λένε ότι οι κορυφαίοι δημιουργοί ΑΙ βρίσκονται κυρίως εκτός Ευρώπης
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν θέλει να πείσει τον κόσμο ότι οι Βρυξέλλες θα καθορίσουν τον ρυθμό της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία απειλεί να αναδιαμορφώσει τις οικονομίες και τις αγορές εργασίας, αλλά και τις δομές ασφάλειας, πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούν να αντιδράσουν οι κυβερνήσεις.
Το πρόβλημα είναι ότι η ΕΕ μετά βίας συμμετέχει στην κούρσα.
Στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης αυτή την εβδομάδα, η πρόεδρος της Κομισιόν δεσμεύτηκε ότι η Ευρώπη θα συμβάλει στη διαμόρφωση των κανόνων για την τεχνητή νοημοσύνη, παρουσιάζοντας την Ένωση ως ρυθμιστή αντίστοιχου βάρους με την Ουάσινγκτον και το Πεκίνο.
Ωστόσο η ΕΕ δεν διαθέτει κυρίαρχο μοντέλο, κανένα αντίστοιχο του OpenAI, του Claude ή του DeepSeek, και ελάχιστη επιρροή στις εταιρείες που στην πράξη αναπτύσσουν την τεχνολογία.
Ο Μάικλ ΜακΝάμαρα, ανεξάρτητος Ιρλανδός ευρωβουλευτής της ομάδας Renew, λέει ότι η δέσμευση της φον ντερ Λάιεν προς το παρόν δεν είναι παρά «κενό γράμμα».
«Πολλοί από τους σημαντικότερους αναπτύκτες συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται εκτός Ευρώπης και δεν θα δώσουν καμία απολύτως σημασία στα σχόλιά της», είπε ο ευρωβουλευτής, ο οποίος συμπροεδρεύει στην ομάδα εργασίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την εφαρμογή και επιβολή του AI Act.
Ο ΜακΝάμαρα επεσήμανε αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει εξαιρετικά αντιφατικό ιστορικό της Επιτροπής φον ντερ Λάιεν στο θέμα της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης.
Στην προηγούμενη θητεία προώθησε το AI Act, το εγχειρίδιο κανόνων της Ένωσης με βάση τον κίνδυνο για τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και την AI Liability Directive, που θα διευκόλυνε τις αγωγές για ζημίες που προκαλούνται από την τεχνητή νοημοσύνη, και στην τωρινή θητεία απέσυρε την πρόταση για την ευθύνη.
Αργότερα πίεσε για την αποδυνάμωση δικλίδων ασφαλείας και άσκησε πίεση στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο να εξαιρέσουν ολόκληρους τομείς από το AI Act κατά τις πρόσφατες τριμερείς διαπραγματεύσεις του Omnibus, για να αλλάξει εκ νέου γραμμή στην ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης.
«Με δεδομένες τις αντιφατικές θέσεις που έχει υιοθετήσει με τόσο γρήγορο ρυθμό, είναι δύσκολο να περιμένει κανείς ότι οι αναπτύκτες συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης θα δώσουν ιδιαίτερη σημασία στην τελευταία της θέση», συνέχισε ο ΜακΝάμαρα.
Συμφώνησε πάντως με τη δέσμευση της φον ντερ Λάιεν να συνεργαστεί με «ομοϊδεάτες εταίρους όπως ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλοι, ειδικά στον τομέα της αξιολόγησης, της επαλήθευσης και της ασφάλειας των μοντέλων».
Την ίδια ώρα, ο Ιταλός ευρωβουλευτής Μπράντο Μπενιφέι, που επίσης συμπροεδρεύει στην ομάδα εργασίας του Κοινοβουλίου για την τεχνητή νοημοσύνη και ήταν συνεισηγητής του AI Act, εξήρε τη φον ντερ Λάιεν, λέγοντας ότι έχει δίκιο όταν υποστηρίζει πως «το AI Act τοποθετεί την Ευρώπη σε θέση ηγεσίας στην ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης».
«Δεσμεύει κάθε μοντέλο αιχμής που προσφέρεται εδώ, αμερικανικό ή κινεζικό. Η συνεργασία με συμμάχους όπως ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο στον τομέα της ασφάλειας είναι ένα ευπρόσδεκτο βήμα που πρέπει να στηριχθεί από κυρίαρχες ικανότητες: ευρωπαϊκό cloud, chips, ενοποιημένο κεφάλαιο και ένα δημόσιο CERN για την τεχνητή νοημοσύνη, ώστε η ρυθμιστική πρωτοπορία να μετατραπεί σε τεχνολογική ισχύ».
Είναι καν η ΕΕ μέρος αυτής της κούρσας;
Στη χθεσινή ομιλία της για την Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε τα σχέδια της ΕΕ για τη βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης και κάλεσε για επιβράδυνση στην ανάπτυξη των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, ώστε «να ρυθμιστεί ο ρυθμός στην τεχνολογική αιχμή».
Η διατύπωσή της στο ζήτημα αυτό ταυτίζεται με τις εκκλήσεις που απηύθυνε ο Ντάριο Αμοτέι της Anthropic σε ένα δοκίμιο (πηγή στα Αγγλικά) που δημοσιεύτηκε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα.
«Αν οι άνθρωποι που αναπτύσσουν την τεχνολογία είναι ξεκάθαροι, τότε πρέπει να είμαστε κι εμείς», είπε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η Ευρώπη σήμερα υπολείπεται των ΗΠΑ και της Κίνας στην κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη και σε αρκετά επίπεδα.
Η ήπειρος προσελκύει λιγότερο από το 5% των εκτιμώμενων 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων (871,6 τρισ. ευρώ) παγκόσμιων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, έναντι 75-80% που κατευθύνεται στις ΗΠΑ και άλλου 10-14% στην Κίνα.
Η μοναδική σημαντική εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης της, η Mistral AI, αποτιμάται μόλις στα 24 δισεκατομμύρια δολάρια (20,9 δισ. ευρώ), ένα ποσό που ωχριά μπροστά στις αμερικανικές OpenAI και Anthropic, με καθεμία να αποτιμάται στα 852 δισεκατομμύρια δολάρια (741,2 δισ. ευρώ) και 965 δισεκατομμύρια δολάρια (839,6 δισ. ευρώ) αντίστοιχα.
Ακόμη και το κινεζικό οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης, που είναι πιο πλουραλιστικό από το αμερικανικό, έχει ηγέτες της αγοράς όπως η DeepSeek, με αξία 52 δισ. δολάρια (45,2 δισ. ευρώ), η Moonshot AI, με 31,5 δισ. δολάρια (27,4 δισ. ευρώ), και η Zhipu AI με 141 δισ. δολάρια (122,7 δισ. ευρώ).
Ο μόνος τομέας στον οποίο μπορεί κανείς εύλογα να υποστηρίξει ότι η ΕΕ προηγείται είναι η ρύθμιση, με την εισαγωγή του EU AI Act το 2024 και τους κανόνες διαφάνειας και διακυβέρνησης που τίθενται σε ισχύ τον Αύγουστο φέτος.
Η πρόεδρος της Επιτροπής, πάντως, θεωρεί ότι το EU AI Act είναι «ένα κρίσιμο κομμάτι για την τοποθέτηση προστατευτικών κιγκλιδωμάτων» που «τοποθετεί την Ευρώπη σε θέση να διαμορφώσει τις παγκόσμιες προσπάθειες για το πώς θα αντιμετωπιστεί αυτό».
Ανακοίνωσε επίσης ότι η ΕΕ θα επιδιώξει να συνεργαστεί με τους συμμάχους της, συμπεριλαμβανομένων του Καναδά, του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων. «Θέλουμε να συνεργαστούμε στην αξιολόγηση των μοντέλων, την επαλήθευση, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και πολλά ακόμη».
Αναφέρθηκε επίσης σε σχέδια για συνομιλίες τον Νοέμβριο με ηγέτες της βιομηχανίας, επιχειρηματίες και κυβερνητικούς αξιωματούχους, για να εξεταστεί πώς μπορεί να εφαρμοστεί η τεχνητή νοημοσύνη σε βασικούς τομείς, όπως η υγεία, οι μεταφορές, τα αγροδιατροφικά προϊόντα, η προηγμένη μεταποίηση, η άμυνα και το διάστημα.
Η φον ντερ Λάιεν υποσχέθηκε επίσης να καταθέσει έως το τέλος του 2026 ένα «Quality Jobs Act», προκειμένου «να συμβάλει στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, στη βελτίωση της ποιότητας των θέσεων εργασίας και να δώσει στους εργαζόμενους μια δίκαιη ευκαιρία».