Από το πιλάτες μέχρι το τάι τσι, ακόμη και λίγη άσκηση μπορεί να ανακουφίσει τον πόνο όσο τα συνηθισμένα παυσίπονα, ανοίγοντας τον δρόμο σε ολιστικές θεραπείες, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Είτε ταλαιπωρείστε συχνά από ημικρανίες, πόνους περιόδου ή χρόνιας μορφής πόνο, η άσκηση μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων με τρόπο παρόμοιο με τα συνήθη παυσίπονα.
Σε ένα ευρύ φάσμα παθήσεων, η άσκηση μπορεί να μειώσει σημαντικά τον οξύ και τον χρόνιο πόνο, σύμφωνα με νέα μελέτη (πηγή στα Αγγλικά) του Adelaide University, η οποία ανέλυσε 157 συστηματικές ανασκοπήσεις που περιλάμβαναν 2.736 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές και πάνω από 220.000 συμμετέχοντες.
«Σε μια περίοδο που αναζητούμε ασφαλείς και αποτελεσματικούς τρόπους διαχείρισης του πόνου πέρα από τα φάρμακα, αυτά τα ευρήματα αποτελούν ισχυρή ένδειξη ότι η άσκηση πρέπει να ενταχθεί πιο συστηματικά στη φροντίδα του πόνου», δήλωσε η Carol Maher, ανώτερη ερευνήτρια στο Adelaide University.
Οι ερευνητές εξέτασαν πώς ο τύπος, η ένταση και η διάρκεια της άσκησης επηρεάζουν την ανακούφιση από τον πόνο.
Συνολικά, η άσκηση μείωσε τον πόνο κατά περίπου 1,1 μονάδες σε κλίμακα από το μηδέν έως το 10 – μια μείωση περίπου 60% μεγαλύτερη από τη μέση ανακούφιση που έχει καταγραφεί για τα κοινά φάρμακα σε ξεχωριστές δοκιμές για τον χρόνιο πόνο.
Η χαμηλής έντασης άσκηση οδήγησε σε μεγαλύτερη ανακούφιση από τον πόνο σε σύγκριση με τη μέτρια έως έντονη δραστηριότητα, ενώ τα πιο σύντομα προγράμματα, διάρκειας περίπου 12 εβδομάδων, είχαν μεγαλύτερο αποτέλεσμα από τα μακρύτερα.
«Το σημαντικό είναι ότι διαπιστώσαμε πως περισσότερη άσκηση δεν ήταν απαραίτητα καλύτερη. Αντίθετα, τα προγράμματα μικρότερης διάρκειας και χαμηλότερης έντασης εμφάνισαν μεγαλύτερη μείωση του πόνου, κάτι που υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι ίσως δεν χρειάζεται να γυμνάζονται πιο σκληρά ή για περισσότερη ώρα για να δουν ουσιαστικά οφέλη», ανέφερε ο επικεφαλής ερευνητής Ben Singh.
Προγράμματα με λιγότερο από 120 λεπτά άσκησης την εβδομάδα αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικά από εκείνα μεγαλύτερης εβδομαδιαίας διάρκειας, τα οποία μπορεί να φαίνονται ανέφικτα για άτομα που ζουν με χρόνιο πόνο, σημείωσαν οι ερευνητές.
«Όταν γυμναζόμαστε, ο οργανισμός μας απελευθερώνει χημικές ουσίες, όπως ενδορφίνες και σεροτονίνη, που μπορούν να μειώσουν το πόσο έντονα νιώθουμε τον πόνο και να αυξήσουν την αντοχή μας σε αυτόν», εξήγησε ο Singh, προσθέτοντας ότι η άσκηση βοηθά στην καταστολή της φλεγμονής και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται στον πόνο, ενώ παράλληλα βελτιώνει τη διάθεση.
Παρά αυτά τα ευρήματα, η μελέτη διαπιστώνει ότι η άσκηση παραμένει υποχρησιμοποιούμενη ως θεραπεία για τον πόνο: δεν έχει ακόμη ενταχθεί ως ρουτίνα και σπάνια «συνταγογραφείται» με την ίδια ακρίβεια όπως τα φάρμακα.
«Αντί γι’ αυτό, σε άτομα που βιώνουν πόνο μπορεί απλώς να λέγεται να “παραμείνουν δραστήρια”, αντί να λαμβάνουν ένα συγκεκριμένο, τεκμηριωμένο πρόγραμμα άσκησης που να λαμβάνει υπόψη το είδος της άσκησης, την ένταση και τη διάρκεια», πρόσθεσε ο Singh.
Οι συγγραφείς σημείωσαν ότι οι επαγγελματίες υγείας χρειάζονται σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες, όχι μόνο για το αν βοηθά η άσκηση, αλλά και για το ποιες μορφές άσκησης είναι αποτελεσματικές για ποιους ασθενείς και πώς πρέπει να τις «συνταγογραφούν».
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η άσκηση δεν πρέπει να θεωρείται πανάκεια ούτε να αναμένεται πως θα εξαλείψει τον πόνο, καθώς τα αποτελέσματά της εξαρτώνται από παράγοντες όπως η πάθηση που προκαλεί τον πόνο, το επίπεδο φυσικής κατάστασης κάθε ατόμου και η συνέπεια στην τήρηση του προγράμματος.