Εκατομμύρια Ευρωπαίοι αναζητούν ακόμη εργασία χωρίς να γνωρίζουν τον μισθό: οι νέοι κανόνες της ΕΕ για διαφάνεια αποδοχών καθυστερούν στα περισσότερα κράτη μέλη.
Πώς μπορείτε να ξέρετε αν πληρώνεστε δίκαια; Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να έχουν περιορισμένες πληροφορίες για το πόσο πληρώνονται οι θέσεις εργασίας και για το πώς οι μισθοί τους συγκρίνονται με εκείνους άλλων που κάνουν παρόμοια δουλειά.
Η Οδηγία της ΕΕ για τη διαφάνεια στις αποδοχές έχει στόχο να αλλάξει αυτή την εικόνα, υποχρεώνοντας τους εργοδότες να είναι πιο διαφανείς σχετικά με τους μισθούς και συμβάλλοντας στην ενίσχυση της αρχής «ίση αμοιβή για ίση εργασία».
Η οδηγία στοχεύει στη μείωση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ ανδρών και γυναικών στην ΕΕ, που ανέρχεται στο 11%. Αυτό σημαίνει ότι οι μεικτές ωριαίες αποδοχές των γυναικών είναι κατά μέσο όρο 11% χαμηλότερες από των ανδρών, σύμφωνα με τη Eurostat.
Για πολλές γυναίκες, η μη εφαρμογή της οδηγίας θα μπορούσε να έχει άμεσο αντίκτυπο στο ετήσιο εισόδημά τους.
Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) εκτιμά ότι η μη εφαρμογή της διαφάνειας στις αποδοχές θα κόστιζε στις γυναίκες τουλάχιστον 4,8 δισ. ευρώ ετησίως στην ΕΕ, με το ποσό να μπορεί να φτάσει τα 7,2 δισ. ευρώ – δηλαδή μεταξύ 465 και 700 ευρώ ανά γυναίκα τον χρόνο.
Τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να εφαρμόσουν τους νέους κανόνες έως τις 7 Ιουνίου 2026, όμως η πλειονότητα αναμένεται να χάσει την προθεσμία, παρά την τριετή περίοδο προσαρμογής.
Ποιες χώρες της ΕΕ έχουν λοιπόν εφαρμόσει ήδη την Οδηγία για τη Διαφάνεια στις Αποδοχές; Ποια είναι η τελευταία εικόνα για όσες μένουν πίσω; Και σε όλη την Ευρώπη, ποιες χώρες εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά διαφάνειας μισθών στις αγγελίες εργασίας;
Έξι χώρες της ΕΕ δεν έχουν ακόμη αναλάβει δράση
Σύμφωνα με τον δείκτη εφαρμογής της διεθνούς δικηγορικής εταιρείας Addleshaw Goddard, έως τον Μάιο του 2026 έξι από τις 27 χώρες της ΕΕ δεν έχουν ακόμη λάβει κανένα μέτρο για την εφαρμογή της οδηγίας. Πρόκειται για την Αυστρία, τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Ουγγαρία, το Λουξεμβούργο και την Πορτογαλία.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 ο αριθμός αυτός ήταν δέκα χώρες.
Η Σουηδία είχε δημοσιεύσει πρόταση, αλλά η κυβέρνηση την ανέστειλε επ’ αόριστον τον Μάρτιο του 2026, επικαλούμενη τη βαριά διοικητική επιβάρυνση που επιφέρει η οδηγία στους εργοδότες.
Η Γερμανία αναμένεται να επικαιροποιήσει τη σχετική νομοθεσία της εντός του 2026. Στην Τσεχία, τη Φινλανδία, την Ελλάδα, τη Σλοβενία και την Ισπανία αναμένονται σχέδια νόμου.
Δέκα χώρες έχουν δημοσιεύσει σχέδια νόμου
Δέκα χώρες της ΕΕ έχουν δώσει στη δημοσιότητα σχέδια νόμου, αν και βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Πρόκειται για την Κύπρο, τη Δανία, την Εσθονία, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, τις Κάτω Χώρες και τη Ρουμανία.
Τρεις χώρες, το Βέλγιο, η Μάλτα και η Πολωνία, έχουν εφαρμόσει την οδηγία μερικώς.
Στη Σλοβακία, το κοινοβούλιο ενέκρινε τον νόμο για την ίση αμοιβή στις 15 Απριλίου 2026, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ στις 7 Ιουνίου 2026.
Πραγματική αβεβαιότητα στη Γαλλία
«Στη Γαλλία είναι πολύ πιθανό η προθεσμία της 7ης Ιουνίου να μην τηρηθεί. Αυτό δημιουργεί πραγματική αβεβαιότητα και, ακόμη κι όταν ψηφιστεί ο νόμος, βασικά στοιχεία θα πρέπει να καθοριστούν με ξεχωριστά εφαρμοστικά διατάγματα, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα», δήλωσε στο Euronews Business ο Jérémie Paubel, εταίρος για θέματα απασχόλησης στη Γαλλία στην Addleshaw Goddard.
Τόνισε ότι η έγκαιρη προετοιμασία είναι καθοριστική – οι επιχειρήσεις θα πρέπει ήδη να προχωρούν σε ενέργειες όπως η χαρτογράφηση των κατηγοριών θέσεων εργασίας, ο έλεγχος των μισθολογικών τους συστημάτων και δομών και ο εντοπισμός τυχόν υφιστάμενων κενών, αλλά, κυρίως, η στενή παρακολούθηση της νομοθετικής διαδικασίας.
Τι θα γίνει στη Γερμανία;
«Οι χαμένες προθεσμίες εφαρμογής δεν δημιουργούν ένα καθαρό “νομικό κενό”. Δημιουργούν μια ενδιάμεση περίοδο στην οποία οι επιχειρήσεις μπορεί να μην έχουν ακόμη σαφείς εθνικούς κανόνες, αλλά τα δικαστήρια, οι εργαζόμενοι και τα συμβούλια εργαζομένων εξετάζουν ήδη την κατεύθυνση που θέτει η Οδηγία», δήλωσε στο Euronews Business η Marijke Van der Most, εταίρος για θέματα απασχόλησης στη Γερμανία στην Addleshaw Goddard.
Υπογράμμισε ότι το δύσκολο για τους εργοδότες δεν είναι απλώς πως ο γερμανικός νόμος καθυστερεί. Είναι ότι μπορεί να χρειαστεί να λάβουν αποφάσεις για τις αποδοχές, να απαντήσουν σε ερωτήματα εργαζομένων και να προετοιμαστούν για πιθανές δικαστικές διαμάχες σε μια περίοδο όπου το μελλοντικό πλαίσιο είναι ορατό, αλλά οι εθνικοί κανόνες δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.
Διαφάνεια μισθών στις αγγελίες εργασίας
Σύμφωνα με την παγκόσμια πλατφόρμα προσλήψεων Indeed, η διαφάνεια μισθών στις αγγελίες εργασίας έχει αυξάνεται σταθερά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Τον Μάρτιο του 2026, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό, στο 56%, αν και τον Μάιο του 2025 βρισκόταν στο 65%.
Οι Κάτω Χώρες (48%) και η Γαλλία (43%) ξεπερνούν το 40%. Η Ιρλανδία (39%) και η Ιταλία (36%) ακολουθούν από κοντά, με την Ιταλία να σημειώνει σημαντική βελτίωση από το 23% τον Μάιο του 2025.
Αντίθετα, η Ισπανία και η Γερμανία βρίσκονται χαμηλά στην κατάταξη, με πληροφορίες για τον μισθό να περιλαμβάνονται μόλις στο 17% και 12% των αγγελιών αντίστοιχα.
Τα στοιχεία της Indeed δείχνουν επίσης ότι τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ αναμένεται να χάσουν την προθεσμία για τη διαφάνεια στις αποδοχές. Τα δεδομένα του Indeed Hiring Lab αναδεικνύουν τις πραγματικές συνέπειες για τους εργαζόμενους και τις οικονομίες, όπως η διατήρηση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων.
Οι εργαζόμενοι υποβάλλουν αιτήσεις στα τυφλά
Η Indeed υπογραμμίζει ότι οι καθυστερήσεις αφήνουν την πλειονότητα των Ευρωπαίων εργαζομένων να υποβάλλουν αιτήσεις για δουλειά χωρίς να γνωρίζουν πόσο θα πληρώνονται.
«Ο μισθός είναι ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι αναζητούν νέα δουλειά. Κι όμως, σε όλη την Ευρώπη, είναι ακριβώς αυτό που οι περισσότερες αγγελίες παραλείπουν. Οι εργαζόμενοι υποβάλλουν αιτήσεις στα τυφλά – και η έρευνά μας έδειξε ότι οι συνέπειες είναι βαθύτερες και πιο πολύπλοκες απ’ όσο πιστεύαμε», δήλωσε η Lisa Feist, οικονομολόγος της αγοράς εργασίας της ΕΕ στο Indeed Hiring Lab.
«Παρά αυτές τις αρνητικές συνέπειες, υπάρχει μια ευκαιρία για τους εργοδότες που επιλέγουν τη διαφάνεια. Όσοι κινηθούν τώρα μπορούν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των υποψηφίων, να βελτιώσουν την ποιότητα των αιτήσεων και να θωρακίσουν τις στρατηγικές προσλήψεών τους για το μέλλον».