Η σκηνοθέτις Έμεραλντ Φένελ ευνουχίζει ένα από τα πιο συναισθηματικά βίαια μυθιστορήματα, για ένα επιδερμικό φλερτ με κορσέδες, τόσο κενό όσο και ανεξήγητα άτολμο.
Σχεδόν 180 χρόνια μετά την έκδοσή του, το γοτθικό μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ «Wuthering Heights» αποκτά νέα ζωή χάρη στην Έμεραλντ Φένελ (Promising Young Woman, Saltburn), της οποίας η ταινία έχει προβληθεί εκτενώς ως μια φρέσκια, έντονα στιλιζαρισμένη και σεξουαλικά φορτισμένη εκδοχή της θυελλώδους σχέσης ανάμεσα στην Κάθριν Έρνσο και τον Χίθκλιφ.
Με εισαγωγικά στον τίτλο κιόλας.
Ξεκινά μάλιστα με καλές προϋποθέσεις, με έναν απαγχονισμένο άνδρα που έχει εμφανή στύση, ενώ η μικρή Κάθι (Charlotte Mellington) τον παρακολουθεί. Αυτό θα μπορούσε να είναι πρώιμο δείγμα ότι η Φένελ θέλει να εξερευνήσει τον άξονα Έρως / Θάνατος – πώς τα ένστικτα ζωής και θανάτου αλληλοπλέκονται και οδηγούν σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, ειδικά όταν μιλάμε για καρδιακά ζητήματα και σεξουαλικές επιθυμίες. Αλλά γιατί να ασχοληθεί κανείς με τέτοια «ασήμαντα» πράγματα, όταν μπορεί να αρκεστεί σε έναν ολοένα και πιο παράφωνο τόνο, κάπου ανάμεσα στο κωμικά σουρεαλιστικό και στο σοβαρό;
Στη συνέχεια βλέπουμε τον πατέρα της Κάθι (Martin Clunes) να φέρνει στο σπίτι ένα αλητάκι του δρόμου (Owen Cooper), το οποίο εκείνη σπεύδει να διεκδικήσει ως «κατοικίδιό» της.
Τα χρόνια περνούν και φτάνουμε στη μεγαλύτερη Κάθι (Margot Robbie), η οποία αποφασίζει να πνίξει την καρδιά της για την υπόσχεση μιας άνετης ζωής με τον πλούσιο εργένη γείτονα, τον Ένγκαρ Λίντον (Shazad Latif). Ο Χίθκλιφ (Jacob Elordi) την ακούει να λέει πως θα την υποβίβαζε να τον παντρευτεί και εξαφανίζεται για χρόνια – μόνο και μόνο για να επανεμφανιστεί υπερσεξουαλικοποιημένος, ανεξήγητα πλούσιος και με ένα προκλητικό σκουλαρίκι πειρατή στο αυτί...
Υπάρχει κάθε λόγος να χειροκροτήσει κανείς μια σκηνοθέτιδα που προσπαθεί να κάνει κάτι διαφορετικό με ένα υλικό που έχει μεταφερθεί αμέτρητες φορές στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη.
Βέβαια, το να απλοποιείς την αφήγηση, να πετάς έξω τους μισούς χαρακτήρες και να κάνεις whitewashing στον βασικό σου ήρωα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αμφιλεγόμενες επιλογές – και όχι πρωτότυπες, αν δει κανείς τη λίστα των ηθοποιών που έχουν υποδυθεί τον Χίθκλιφ στο παρελθόν. Όμως αυτά τα εισαγωγικά στον τίτλο θα έπρεπε να προειδοποιούν το κοινό εξαρχής: αυτή είναι η εκδοχή της Φένελ και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, όσο αντι-ακαδημαϊκό κι αν είναι. Η σκηνοθέτιδα έχει δηλώσει ανοιχτά ότι ήθελε να γυρίσει μια ταινία που να αποτυπώνει το πώς την έκανε να νιώσει το μυθιστόρημα της Μπροντέ την πρώτη φορά που το διάβασε, στα 14 της. Με το καλό της λοιπόν, και ας πάνε περίπατο οι λογοτεχνικοί καθαρολόγοι.
Ωστόσο, αν πρόκειται να πετάξεις έξω τη φυλετική διάσταση, να αφαιρέσεις την ταξική κριτική και να αδιαφορήσεις για τα θέματα διαγενεακού τραύματος που είναι εγγενή στο κείμενο, μόνο και μόνο για να πουλήσεις την ταινία σου ως τολμηρή, σέξι και προκλητική, τότε η εκδοχή σου οφείλει να τα δίνει όλα σ’ αυτή την τριπλέτα. Δυστυχώς, το «Wuthering Heights» είναι τόσο απίστευτα άνοστο και άτολμο, που αναρωτιέσαι σε τι οφείλεται όλος αυτός ο ξετρελαμένος θόρυβος.
Η Φένελ δεν καταφέρνει να απογειώσει τη σεξουαλική πείνα, το camp στοιχείο και την αλλόκοτη πλευρά – που περιορίζονται σε μερικές τολμηρές επιλογές διακόσμησης – και δεν φέρνει καμία αληθινή ηλεκτρισμένη ένταση στις υπόγειες σεξουαλικές αφυπνίσεις ή στην καταπιεσμένη λαγνεία.
Αρκείται στο να βάλει δύο γενετικά προικισμένους ηθοποιούς – τη Μάργκο Ρόμπι να κάνει ό,τι μπορεί για να θυμίσει Ερμιόνη Γκρέιντζερ και τον Τζέικομπ Ελόρντι ως καυτό διακοσμητικό φόντο – να ζευγαρώνουν από την πρώτη στιγμή και να τους πιάνει η βροχή. Ξανά και ξανά. ΠΟΛΥ συχνά. Πέρα από αυτό, δεν υπάρχει καμία απτή αίσθηση πόθου και προσμονής που να κάνει ένα δωμάτιο να μοιάζει ξαφνικά αποπνικτικό, και η Φένελ καταλήγει να περιορίζει την καυτή έλξη σε κάτι υφές που θυμίζουν μελάτα αυγά, επαναλαμβανόμενο πιπίλισμα δαχτύλων και ένα γρήγορο σεξ σε άμαξα. Αν είχαμε δει περισσότερα από τα ερωτικά σκιρτήματα της Κάθι, που πυροδοτούνται όταν κρυφοκοιτάζει μια ήπια σκηνή BDSM, η συσσωρευμένη λαγνεία και η γλύκα της ανεκπλήρωτης επιθυμίας θα έμοιαζαν λιγότερο με διάφανη προσπάθεια να προωθηθεί ένα fan fiction του BookTok που δεν απέχει και πολύ από την E.L. James.
Προς υπεράσπισή τους, τόσο η Ρόμπι όσο και ο Ελόρντι καταφέρνουν να βρουν κάποια χημεία μεταξύ τους – αλλά καμία ένταση, κυρίως επειδή οι χαρακτήρες τους βρίσκονται από την αρχή σε συνεχή επαφή και δεν σου προκαλούν κανένα συναίσθημα. Πρόκειται για δύο ανθρώπους για τους οποίους θα έπρεπε να νιώθεις κάτι – και συμπόνια και μίσος για το πώς οι σύνθετες, συγκρουόμενες επιθυμίες τους πηγάζουν από βαθιά ριζωμένα τραύματα και αυτοαναπαραγόμενους κύκλους κακοποίησης.
Ναι, ο πατρικός χαρακτήρας του Martin Clunes προφανώς έχει αναλάβει τον ρόλο του μεθυσμένου χαρτοπαίκτη και ταυτόχρονα του κακοποιητή του Χίθκλιφ, ρόλος που στο μυθιστόρημα ανήκει στον αδελφό της Κάθι, τον Χίντλεϊ (απόντα εδώ)· αλλά περισσότερο θυμίζει κακόμοιρο μεθύστακα παρά φιγούρα που εμπνέει φόβο και αγανάκτηση. Δεν μοιάζει αρκετό για να τροφοδοτήσει τη δίψα του Χίθκλιφ για εκδίκηση και κατ’ επέκταση τη σκληρότητά του, ούτε για να δικαιολογήσει αυτή τη σνομπ, κακομαθημένη εκδοχή της Κάθι.
Όταν αφαιρείς τα ίδια τα υπόβαθρα που κάνουν τους καταδικασμένους εραστές τόσο συναρπαστικά αντιφατικούς πρωταγωνιστές εξαρχής, αυτό που σου μένει είναι δύο ρηχές κούκλες-βιτρίνες, των οποίων το κουραστικό μπρος-πίσω σε κάνει να εύχεσαι να έβλεπες το Cruel Intentions στη θέση του.
Εκεί, πράγματι, είχαμε μια τολμηρή, καυτή διασκευή που πήρε ρίσκα, με έναν σκηνοθέτη που καταλάβαινε το πρωτότυπο υλικό.
Όπως έχει, το «Wuthering Heights» είναι λιγότερο «Σε μισούσα, σ’ αγαπούσα κιόλας» και περισσότερο «Ε, δεν ξέρω, μπορεί, απλώς κοίτα με μέσα σε αυτό το κατακόκκινο PVC φόρεμα που θα έκανε τα σορτσάκια του Μπαζ Λούρμαν να τεντώσουν».
Μιλώντας για αυτό, εύσημα στην Jacqueline Durran και τη Suzie Davies, των οποίων τα μαξιμαλιστικά κοστούμια και η τολμηρή διεύθυνση παραγωγής αποτελούν τα βασικά σωσίβια της ταινίας. Η Φένελ ήθελε εντυπωσιακές στιλιστικές επιλογές, κι εκείνες κατάλαβαν την αποστολή. Διόλου δικό τους φταίξιμο που η σκηνοθέτιδα δεν μπόρεσε να αντλήσει ουσία από την υπερυψωμένη αισθητική τους και ήθελε απλώς ένα showreel για τα social media με soundtrack Charli XCX.
Ακόμη ένα θετικό σχόλιο αξίζει στην Alison Oliver, που ξεχωρίζει ως η προστατευόμενη του Ένγκαρ, η πουριτανή Ιζαμπέλα Λίντον. Όμως και πάλι, η Φένελ τα κάνει μαντάρα. Όσο απολαυστική κι αν είναι η Όλιβερ ως κωμική ανάσα, η σκηνοθέτιδα κάνει το τεράστιο άλμα να μετατρέπει την ηρωίδα της από ντροπαλή αθώα σε πρόθυμη sub μέσα σε λίγα μόλις λεπτά. Ενώ η δυναμική ανάμεσα στον Χίθκλιφ και την Ιζαμπέλα θα μπορούσε να είναι προκλητική και ανησυχητική, καταλήγει να παίζεται – όπως τόσες πολλά υποσχόμενες στιγμές – ως κούφια παρωδία.
Αν και η κενότητα του «Wuthering Heights» ίσως να μην είναι εντελώς έκπληξη από μια σκηνοθέτιδα που αφαίρεσε όλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία του The Talented Mr. Ripley από το Saltburn, εδώ μιλάμε για ένα εξαιρετικά βαρετό νέο χαμηλό.
Δεν ήταν ανάγκη να είναι λεπτοδουλεμένο, ούτε πιστό στη λογοτεχνική του πηγή· αλλά όταν το τελικό αποτέλεσμα ξεκοιλιάζει ένα από τα πιο συναισθηματικά βίαια μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ, για χάρη ενός επιφανειακού φλερτ με φετίχ κορσέδων που έχει το βάρος και το βάθος μιας πρόχειρης, μισοτελειωμένης διαφήμισης εσωρούχων, υπάρχει κάθε λόγος να θρηνήσουμε για την απουσία ανατρεπτικότητας, αισθησιασμού και καρδιάς.
Όπως έχουν τα πράγματα, οι καθαρολόγοι είναι πολύ καλύτερα να αναζητήσουν την εκδοχή της Αντρέα Άρνολντ του 2011, ενώ οι έφηβοι που διψούν για μια δόση καταστροφικής συνεξάρτησης από δύο σεξουαλικά φορτισμένες, χαοτικές τύπισσες, ας τρέξουν να ανακαλύψουν το Cruel Intentions. Κι εκεί το σάουντρακ είναι πολύ καλύτερο.
«Wuthering Heights» προβάλλεται ήδη στις κινηματογραφικές αίθουσες.