Η ανεργία των πτυχιούχων παραμένει σχεδόν μηδενική σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ενώ Ελλάδα, Ισπανία και Γαλλία καταγράφουν από τα υψηλότερα ποσοστά
Τα πανεπιστημιακά πτυχία υποτίθεται ότι προσφέρουν στους αποφοίτους πλεονέκτημα στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, σε μια ολοένα και πιο ανταγωνιστική οικονομία, αυτό κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι.
Στην Ευρώπη, το πλεονέκτημα που προσφέρει ένα πτυχίο ή ένα μεταπτυχιακό στο βιογραφικό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χώρα στην οποία ζει κανείς.
Η ανάλυσή μας στα στοιχεία απασχόλησης της Eurostat έδειξε ότι η ανεργία των πτυχιούχων είναι σχεδόν μηδενική σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Στη Ρουμανία, την Τσεχία, την Πολωνία και τη Βουλγαρία, λιγότερο από το 1,5% των ατόμων ηλικίας 25 έως 54 ετών με τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι άνεργοι.
Ωστόσο, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική σε χώρες όπως η Βόρεια Μακεδονία, η Τουρκία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου η ανεργία των πτυχιούχων κυμαίνεται γύρω στο 7%. Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό, περίπου 6%.
Οι πρόσφατοι απόφοιτοι δεν τα πηγαίνουν πολύ καλύτερα ούτε στη Γαλλία (4,7%) και την Ισπανία (5,7%), όπου η ανεργία βρίσκεται σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 3,6%, ενώ τόσο η Ιταλία όσο και η Γερμανία κινούνται γύρω στο 3%.
Ποια είναι τα συνολικά ποσοστά ανεργίας στην ΕΕ;
Παρότι η Ισπανία είναι μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταγράφει και το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας, με περισσότερο από 9% στους πολίτες ηλικίας 25 έως 54 ετών.
Το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο από εκείνο χωρών εκτός ΕΕ, όπως η Σερβία (8,7%) και η Τουρκία (7,5%), ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ για την ίδια ηλικιακή ομάδα διαμορφώνεται στο 5,4%. Πάνω από τον μέσο όρο βρίσκονται επίσης η Ιταλία (6,6%) και η Γαλλία (6,1%).
Στην αντίθετη πλευρά της κατάταξης βρίσκονται η Τσεχία (2,4%), η Μάλτα (2,5%), η Πολωνία (2,7%) και οι Κάτω Χώρες (2,9%), όπου η ανεργία παραμένει κάτω από το 3%, ενώ και η Γερμανία ακολουθεί με ποσοστό κάτω από 4%.
Πόσοι νέοι στην Ευρώπη παραμένουν εκτός εργασίας και εκπαίδευσης;
Περισσότεροι από ένας στους δέκα νέους ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήκουν στην κατηγορία των NEETs, δηλαδή δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης.
Και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών της Ευρώπης, με τα ποσοστά να κυμαίνονται από 5% στις Κάτω Χώρες έως το ιδιαίτερα υψηλό 19% στη Ρουμανία.
Ποσοστά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, που ανέρχεται στο 11%, καταγράφηκαν σε δέκα κράτη μέλη. Εκτός από τη Ρουμανία, τα υψηλότερα ποσοστά εμφάνισαν η Ιταλία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα, όπου περισσότερο από το 13% των νέων βρίσκεται σε επαγγελματικό ή εκπαιδευτικό αδιέξοδο.
Στον αντίποδα, ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκε κατά περισσότερο από 4 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία. Οι μεγαλύτερες μειώσεις στα ποσοστά των NEETs καταγράφηκαν στην Ιταλία (-12 ποσοστιαίες μονάδες) και στην Ελλάδα (-10 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ μικρή αύξηση της αδράνειας των νέων σημειώθηκε σε γερμανόφωνες χώρες, όπως η Γερμανία (+1,0 ποσοστιαία μονάδα), το Λουξεμβούργο (+1,2) και η Αυστρία (+1,6).
Πέρα από τις έντονες γεωγραφικές διαφορές, δεν υπάρχει ένα ενιαίο κοινωνικοδημογραφικό προφίλ για τους νέους NEETs. Τα ποσοστά είναι παρόμοια μεταξύ ανδρών και γυναικών, με τις νεαρές γυναίκες να εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερη πιθανότητα να βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, εργασίας ή κατάρτισης (12% έναντι 10%).
Η εικόνα παραμένει επίσης σχετικά σταθερή μεταξύ προαστίων, πόλεων και αγροτικών περιοχών, με τους κατοίκους της υπαίθρου (12%) να είναι οριακά πιθανότερο να ανήκουν στην κατηγορία των NEETs.