Ειδικός λέει: σήμερα παραχωρούμε τεράστιες εκτάσεις γης για καλλιέργειες που απλώς καίμε στα αυτοκίνητά μας.
Τα βιοκαύσιμα προβάλλονται ως λύση στην ολοένα και μικρότερη προσφορά πετρελαίου στην Ευρώπη, καθώς ο πόλεμος κατά του Ιράν συνεχίζει να εκτοξεύει τις τιμές.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Νταν Γιέργκενσεν κάλεσε τις χώρες να παρουσιάσουν μέτρα για τη μείωση της χρήσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ιδίως στις μεταφορές. Η παρέμβασή του ακολούθησε τη συνάντηση των υπουργών την Τρίτη (31 Μαρτίου) για την αντιμετώπιση παγκόσμιας έλλειψης 11 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου την ημέρα.
Μεγάλο μέρος της ανησυχίας σχετίζεται με το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα μεγαλύτερα σημεία συμφόρησης για τα ορυκτά καύσιμα παγκοσμίως, μέσω των οποίων διακινείται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Περίπου το 20% του ντίζελ που καταναλώνεται στην ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο προέρχεται από την περιοχή του Κόλπου, σύμφωνα με την εταιρεία εμπορίας πρώτων υλών Alkagesta.
Σε επιστολή που περιήλθε σε γνώση του Euronews, η ΕΕ καλείται να εξετάσει τα βιοκαύσιμα ως εναλλακτική λύση στα ορυκτά καύσιμα, μια άποψη που κερδίζει έδαφος από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Τι είναι τα βιοκαύσιμα;
Στόχοι για τα βιοκαύσιμα υπήρχαν πολύ πριν από τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Με βάση την αναθεωρημένη Οδηγία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν έως το 2030 να πετύχουν μερίδιο 29% ανανεώσιμης ενέργειας στις μεταφορές, που περιλαμβάνει επιμέρους στόχο 5,5% για ανανεώσιμο υδρογόνο και προηγμένα βιοκαύσιμα.
Τα βιοκαύσιμα παράγονται από φυτικές πρώτες ύλες και κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την προέλευσή τους.
Τα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς προέρχονται από εδώδιμες καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι και το ζαχαροκάλαμο, ενώ τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς παράγονται από μη βρώσιμη βλάστηση και αγροτικά απόβλητα. Τα βιοκαύσιμα τρίτης γενιάς προέρχονται από φύκη.
Η χρήση φυτών (βιομάζας) ως καυσίμου εξακολουθεί να εκπέμπει CO2 στην ατμόσφαιρα, όμως πολλές εταιρείες βιοκαυσίμων υποστηρίζουν ότι πρόκειται για την ίδια ποσότητα CO2 που είχε δεσμευτεί από την ατμόσφαιρα κατά την παραγωγή της καλλιέργειας.
Μπορούν τα βιοκαύσιμα να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα;
Μια πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καρλσρούης (KIT) υποστηρίζει ότι η Ευρώπη διαθέτει επαρκείς ανανεώσιμους πόρους ώστε, μακροπρόθεσμα, να καλύψει τις ανάγκες των μεταφορών χωρίς ορυκτά καύσιμα.
«Αν αξιοποιήσουμε αποτελεσματικά τα υπολείμματα και τα απορρίμματα, μπορούμε να καταστήσουμε τις οδικές μεταφορές λιγότερο εξαρτημένες από τις εισαγωγές ενέργειας, μειώνοντας παράλληλα τις εκπομπές CO2», δηλώνει ο καθηγητής Τόμας Χιρτ από το KIT.
Η έκθεση, που εκπονήθηκε κατόπιν ανάθεσης από τη BMW AG (η οποία εδώ και χρόνια προωθεί τη χρήση βιοκαυσίμων), διαπίστωσε ότι «ιδιαιτέρως μεγάλες ποσότητες» υπολειμμάτων και απορριμμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για την παραγωγή καυσίμων, όπως άχυρο από τη γεωργία, ξυλώδη υπολείμματα από τη δασοκομία και οργανικά απόβλητα.
Εντόπισε, επίσης, ενεργειακές καλλιέργειες που αναπτύσσονται σε εκτάσεις χαμηλής παραγωγικότητας και δεν ανταγωνίζονται την παραγωγή τροφίμων, ως δυνητικές πηγές βιοκαυσίμων.
«Το πραγματικά μεγάλο δυναμικό βρίσκεται σε υλικά όπως τα φυτικά υπολείμματα και οι ξυλώδεις ίνες, που ούτως ή άλλως παράγονται σε πολλές διεργασίες και μπορούν να προσφέρουν καύσιμα επαρκώς φιλικά προς το κλίμα», επισημαίνει ο καθηγητής Τόμας Κοκ από το Ινστιτούτο Μηχανών Εσωτερικής Καύσης (IFKM) του KIT.
«Ωστόσο, αυτό μπορεί να πετύχει μόνο αν η παραγωγή προηγμένων βιοκαυσίμων reFuel λάβει από κυβερνήσεις και κοινωνία την αναγκαία προτεραιότητα».
Ωστόσο, οι ειδικοί για το κλίμα αμφιβάλλουν κατά πόσο αυτό είναι εφικτό. Ο Λισιέν Ματιέ, υπεύθυνος για τα αυτοκίνητα στην οργάνωση Transport & Environment, δηλώνει στο Euronews Earth ότι τα e-fuels είναι στην καλύτερη περίπτωση μια «λύση για εξειδικευμένες χρήσεις» στις οδικές μεταφορές, υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα (EV) είναι πιο λογική επιλογή.
«Στα ηλεκτρικά οχήματα διαθέτουμε μια καθαρή, αποδοτική τεχνολογία, αρκετά φθηνή για τη μαζική αγορά», εξηγεί ο Ματιέ.
«Οι Ευρωπαίοι νομοθέτες θα έπρεπε να επικεντρώνονται σε βιομηχανικές πολιτικές για τη δημιουργία εργοστασίων μπαταριών, τη διασφάλιση της προμήθειας κρίσιμων πρώτων υλών και την ανάπτυξη μιας βιομηχανίας ηλεκτρικών οχημάτων ικανής να ανταγωνιστεί παγκοσμίως την Κίνα».
Γιατί τα βιοκαύσιμα είναι τόσο αμφιλεγόμενα;
Τα βιοκαύσιμα παρουσιάζονται συχνά ως μαγική λύση για την απεξάρτηση του κόσμου από τα ορυκτά καύσιμα, ωστόσο συνοδεύονται από μια σειρά μειονεκτημάτων.
Πολλά βιοκαύσιμα παράγονται από βασικές καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι και η σόγια, γεγονός που μπορεί να ωθήσει τους αγρότες να δίνουν προτεραιότητα στην παραγωγή καυσίμων αντί τροφίμων. Αυτό μπορεί να αυξήσει τις παγκόσμιες τιμές των τροφίμων και να επιτείνει την επισιτιστική ανασφάλεια, ιδίως σε χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Πέρυσι, έρευνα στο Κονγκό διαπίστωσε ότι ένα ευρωπαϊκό έργο βιοκαυσίμων έθετε σε κίνδυνο την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας, παρά τους ισχυρισμούς ότι χρησιμοποιούνταν μόνο «υποβαθμισμένες εκτάσεις».
Σύμφωνα με μελέτη του 2023 που ανατέθηκε από την T&E, η Ευρώπη σπαταλά έκταση όσο η Ιρλανδία για καλλιέργειες βιοκαυσίμων. Η γη αυτή θα μπορούσε να θρέψει 120 εκατομμύρια ανθρώπους ή, αν επιστρεφόταν στη φύση, να απορροφά διπλάσια ποσότητα CO2.
Η χρήση μόλις του 2,5% αυτής της έκτασης για φωτοβολταϊκά, από την άλλη, θα παρήγαγε την ίδια ποσότητα ενέργειας, σύμφωνα με την έκθεση.
Γι’ αυτό ορισμένοι ειδικοί για το κλίμα χαρακτηρίζουν τα βιοκαύσιμα «αποτυχημένο πείραμα» και προτιμούν να επικεντρώνονται στη μετάβαση σε καθαρή ενέργεια από τον άνεμο και τον ήλιο.
«Αυτή τη στιγμή παραχωρούμε τεράστιες εκτάσεις γης για καλλιέργειες που απλώς καίμε στα αυτοκίνητά μας», λέει ο Μάικ Μαράρενς, υπεύθυνος για τα βιοκαύσιμα στην T&E.
«Η γη αυτή θα μπορούσε να θρέψει εκατομμύρια ανθρώπους ή, αν επιστρεφόταν στη φύση, να λειτουργήσει ως καταβόθρα άνθρακα πλούσια σε βιοποικιλότητα. Τα βιοκαύσιμα από καλλιέργειες είναι πιθανότατα το πιο ανόητο πράγμα που προωθήθηκε ποτέ στο όνομα του κλίματος».
Αν και θεωρητικά τα βιοκαύσιμα κατατάσσονται στις ανανεώσιμες πηγές, η καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου, σόγιας και καλαμποκιού για ενέργεια έχει επίσης συνδεθεί με την αποψίλωση δασών σε κρίσιμα οικοσυστήματα, όπως το τροπικό δάσος του Αμαζονίου.
Αυτό δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσο τα βιοκαύσιμα είναι πράγματι κλιματικά ουδέτερα, καθώς η καλλιέργεια, η συγκομιδή και η επεξεργασία αυτών των φυτών απαιτεί σημαντικές ποσότητες ενέργειας, που συχνά προέρχονται από ορυκτά καύσιμα.