Η Πολωνία αναγκάζεται να μειώσει την παραγωγή στα εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα λόγω κρίσιμα χαμηλής στάθμης του ποταμού Βιστούλα.
Η Πολωνία καλείται να εντείνει τη στροφή της προς την καθαρή ενέργεια, μετά την ξηρασία στην Ευρώπη που έχει προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στη βιομηχανία άνθρακα της χώρας.
Στις αρχές της εβδομάδας (4 Αυγούστου) ο ενεργειακός κολοσσός Enea αναγκάστηκε να μειώσει την παραγωγή στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο άνθρακα Kozienice και Połaniec, καθώς τα κρίσιμα χαμηλά επίπεδα νερού στον ποταμό Βιστούλα περιόρισαν τις ποσότητες νερού ψύξης.
Η εξέλιξη εκτιμάται ότι αφαίρεσε 1,3 GW από το πολωνικό ηλεκτρικό σύστημα, ισχύ αρκετή για περισσότερα από ένα εκατομμύριο μέσες κατοικίες. Πρόκειται για περίπου 2% της σημερινής ενεργειακής ικανότητας της χώρας.
Η παροχή του ποταμού κοντά στον σταθμό Kozienice υποχώρησε στις 5 Αυγούστου μόλις στα 135 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο, κάτι που αποτυπώνει τις ιδιαίτερα έντονες συνθήκες ξηρασίας.
Το σύστημα ψύξης του σταθμού αντλεί περίπου 80–100 m³/s νερού από τον ποταμό, δηλαδή πάνω από το μισό της διαθέσιμης παροχής υπό τέτοιες συνθήκες.
Παρά τα ολοένα και περισσότερα στοιχεία ότι ο σταθμός προκαλεί τον θάνατο εκατομμυρίων προνυμφών ψαριών, ανάμεσά τους από έξι προστατευόμενα είδη, η Enea προχωρά τα σχέδιά της για την κατασκευή μονάδας ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο ισχύος σχεδόν 1,3 GW στον ίδιο χώρο στο Kozienice. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι μια τέτοια κίνηση θα εντείνει την πίεση στο οικοσύστημα του ποταμού Βιστούλα, λόγω της διαρκώς υψηλής ζήτησης για νερό ψύξης.
Το παράδοξο της κλιματικής κρίσης
«Αυτό είναι το παράδοξο της κλιματικής κρίσης: οι σταθμοί παραγωγής που τροφοδοτούν την κλιματική αλλαγή γίνονται ολοένα και περισσότερο θύματά της», λέει ο Paweł Pomian, αντιπρόεδρος της πολωνικής περιβαλλοντικής οργάνωσης EKO-UNIA.
«Καθώς ο ποταμός Βιστούλα στερεύει, ένα ενεργειακό σύστημα δομημένο γύρω από μεγάλους θερμικούς σταθμούς χάνει την ανθεκτικότητά του. Το Kozienice δεν είναι μοναδικό. Υπάρχουν πολλές μονάδες με παρόμοια συστήματα ψύξης σε όλη την Πολωνία και θα προκύψουν ακόμη περισσότερες, αν η κυβέρνηση συνεχίσει να επεκτείνει το ορυκτό αέριο».
Ο Pomian υποστηρίζει ότι η πρόσφατη ευρωπαϊκή ξηρασία πρέπει να αποτελέσει «καμπανάκι» για την Πολωνία και την υπόλοιπη ήπειρο, ώστε να στραφούν σε τεχνολογίες όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, που χρειάζονται τις μικρότερες ποσότητες νερού για την παραγωγή ηλεκτρισμού.
Η Πολωνία καλείται να εγκαταλείψει τον άνθρακα
Παρότι καταγράφει από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης της ηλιακής ενέργειας στην Ευρώπη – προσθέτοντας πάνω από 20 GW νέας ηλιακής ισχύος την περίοδο 2020–2025 – το συνολικό μερίδιο της Πολωνίας από αιολική και ηλιακή ενέργεια παραμένει κατά 5% χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σύμφωνα με το ενεργειακό think tank Ember, η Πολωνία εξαρτάται από τον άνθρακα για πάνω από το μισό (51%) της ηλεκτροπαραγωγής της, ενώ η αιολική και η ηλιακή ενέργεια αντιστοιχούν μόλις στο 25% του μίγματος.
Η Πολωνία στοχεύει μέχρι το 2030 το 51% της ηλεκτροπαραγωγής να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές και η εγκατεστημένη ισχύς τους να φτάσει τα 64 GW, ωστόσο η εξάρτησή της από τον άνθρακα αποδεικνύεται δύσκολο να ξεπεραστεί.
«Οι μονάδες άνθρακα πληρώνουν το τίμημα για τα προβλήματα που οι ίδιες δημιούργησαν», λέει η Kasia Szeniawska, υπεύθυνη εκστρατείας στην οργάνωση Beyond Fossil Fuels.
«Καθώς οι καύσωνες και οι ξηρασίες γίνονται πιο έντονοι, αποκαλύπτεται η αδυναμία των ενεργειακών συστημάτων που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα. Την ώρα που οι περισσότερες χώρες της ΕΕ περιορίζουν τη χρήση άνθρακα, η Πολωνία όχι μόνο δεν προχωρά σε έγκαιρη απεξάρτηση, αλλά προτείνει και νέες μονάδες φυσικού αερίου που θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το περιβάλλον».
Η ευρωπαϊκή ξηρασία πλήττει τις ανανεώσιμες πηγές
Το ζεστό και ξηρό ευρωπαϊκό καλοκαίρι, που σύμφωνα με τους κλιματικούς επιστήμονες θα ήταν «σχεδόν αδύνατο» χωρίς την καύση ορυκτών καυσίμων, έχει επηρεάσει και τον κλάδο της ανανεώσιμης ενέργειας.
Σύμφωνα με την εταιρεία ενεργειακής ανάλυσης Montel (πηγή στα Αγγλικά), οι εισροές στα ταμιευτήρια και τις μονάδες υδροηλεκτρικής παραγωγής τύπου run-of-river σε Αυστρία και Ελβετία ήταν τον Ιούλιο σχεδόν κατά 50% χαμηλότερες από τον μέσο όρο.
Η συνολική υδροηλεκτρική παραγωγή της Αυστρίας τον Ιούλιο έφτασε μόλις στο 51% των φυσιολογικών επιπέδων (σε σύγκριση με τα τελευταία 15 χρόνια), λόγω των χαμηλών βροχοπτώσεων, προσθέτει η Montel. Αντίστοιχα, η Ελβετία κατέγραψε το 48% της συνήθους παραγωγής, ενώ και η Γερμανία (63%) και η Γαλλία (68%) επλήγησαν σημαντικά.
Αν και οι μεγάλες μειώσεις στην υδροηλεκτρική παραγωγή μπορούν να οδηγήσουν τις χώρες ξανά σε ρυπογόνες πηγές όπως ο άνθρακας, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια συχνά καλύπτουν το κενό στην παραγωγή ηλεκτρισμού.
Για παράδειγμα, η Ember αναφέρει ότι οι καιρικές συνθήκες προκάλεσαν πέρυσι μείωση 12% στην ετήσια υδροηλεκτρική παραγωγή, συμβάλλοντας ώστε η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο στην ΕΕ να αυξηθεί κατά 8% (σε σύγκριση με το 2024).
Ωστόσο, οι ίδιες καιρικές συνθήκες (που οδήγησαν επίσης σε πτώση 2% της αιολικής παραγωγής) ενίσχυσαν την παραγωγή από φωτοβολταϊκά.
Έτσι, το 2025 η ηλιακή ενέργεια παρήγαγε στην ΕΕ περισσότερη ηλεκτρική ισχύ από ποτέ, αυξανόμενη πάνω από 20%. Αυτό αναδεικνύει τη σημασία της διαφοροποίησης του μίγματος ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε μια εποχή ακραίων καιρικών φαινομένων που τροφοδοτούνται από την κλιματική αλλαγή.