Οι επικριτές μιλούν για έντονη αντίθεση ανάμεσα στη διεθνή φήμη του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ ως ηγέτη για το κλίμα και την εγχώρια ώθησή του να επεκτείνει την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τον περασμένο μήνα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έκανε μια απρόσμενη πρόταση στον Καναδά: να γίνει το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ.
Μετά τις αντιδράσεις για τον όρο από τα κράτη μέλη, κυρίως από τη Γερμανία, η ΕΕ πιέζει πλέον για «διαρκώς στενότερη συνεργασία» με τον Καναδά, σύμφωνα με το τελευταίο σχέδιο κοινής διακήρυξης που αναμένεται να υιοθετηθεί στο τέλος της συνόδου ΕΕ-Καναδά, η οποία ξεκινά σήμερα στο Μόντρεαλ.
Υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των κρατών μελών για στενότερη συνεργασία με τον Καναδά σε τομείς όπως η άμυνα, οι κρίσιμες πρώτες ύλες, η ενέργεια, το εμπόριο και η ασφάλεια των συνόρων.
Μόλις αυτή την εβδομάδα, ο επικεφαλής για το κλίμα της ΕΕ είπε στα κράτη μέλη ότι πρέπει να προετοιμαστούν για ολοένα πιο ακραία καιρικά φαινόμενα, δείχνοντας ότι η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρά την ετοιμότητα απέναντι στην κλιματική κρίση. Τι γίνεται όμως με τον Καναδά;
Εδώ εξετάζουμε τις πολιτικές του Καναδά για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, την ενεργειακή μετάβαση, την τιμολόγηση του άνθρακα και το greenwashing.
Τι είναι ο αγωγός πετρελαίου Pacific Link;
Από την ανάληψη των καθηκόντων του το 2025, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ έχει καταργήσει βασικές πολιτικές που θα περιόριζαν τις εκπομπές - όπως η εγκατάλειψη ενός σχεδιαζόμενου πλαφόν στις εκπομπές πετρελαίου και φυσικού αερίου και η αποδυνάμωση της βιομηχανικής τιμολόγησης του άνθρακα, σύμφωνα με διεθνείς ΜΚΟ όπως η Climate Action Tracker και η Environmental Defence.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει διευκολύνει την έγκριση έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σε αυτά περιλαμβάνεται ένας προτεινόμενος αγωγός πετρελαίου - ο Pacific Link (πηγή στα Αγγλικά), που θα μεταφέρει ένα εκατομμύριο βαρέλια bitumen από τις πετρελαϊκές άμμοι ημερησίως από την Αλμπέρτα έως τον Ειρηνικό Ωκεανό, ανοικτά της ακτής της Βρετανικής Κολομβίας, απειλώντας το φυσικό περιβάλλον των απειλούμενων όρκων (πηγή στα Αγγλικά) και θα μπορούσε να αυξήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως και κατά 18,7 εκατομμύρια τόνους.
Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν σημαντική απομάκρυνση από τα κλιματικά διαπιστευτήρια που είχε καλλιεργήσει ο Κάρνεϊ ως διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας και ως ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για την κλιματική δράση και τη χρηματοδότηση.
Παράλληλα εγείρονται ερωτήματα για το κατά πόσο η φιλοδοξία του να μετατρέψει τον Καναδά σε παγκόσμια ενεργειακή υπερδύναμη θα έχει ως τίμημα τις κλιματικές δεσμεύσεις της χώρας - και για το αν οι πρόσθετες ποσότητες ορυκτών καυσίμων μπορεί να επιβραδύνουν την μετάβαση σε καθαρότερη ενέργεια στην Ευρώπη και την Ασία.
Από «πρωταθλητής» του κλίματος σε επέκταση των ορυκτών καυσίμων
Ο Κάρνεϊ έχει τη φήμη ικανού πολιτικού ηγέτη και μακροχρόνιου υπερασπιστή της κλιματικής δράσης. Αυτό οφείλεται εν μέρει στις μακροχρόνιες προειδοποιήσεις του για τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής.
Το 2015, ως διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, είχε προειδοποιήσει ότι οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη μπορεί να εμφανιστούν νωρίτερα από τα χρονοδιαγράμματα που χρησιμοποιούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές και οι νομοθέτες.
«Οι καταστροφικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής θα γίνουν αισθητές πέρα από τους παραδοσιακούς ορίζοντες των περισσότερων παραγόντων, επιβάλλοντας ένα κόστος στις μελλοντικές γενιές που η τωρινή γενιά δεν έχει κανένα άμεσο κίνητρο να αντιμετωπίσει», είπε ο Κάρνεϊ σε ομιλία του στο Lloyd's of London.
Αργότερα, ο Κάρνεϊ βοήθησε στην κινητοποίηση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων γύρω από δεσμεύσεις για μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών.
Ως πρωθυπουργός του Καναδά, περιβαλλοντικοί επικριτές υποστηρίζουν ότι η ατζέντα του Κάρνεϊ δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή ενέργειας, τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα έναντι των κλιματικών πολιτικών που έχουν σχεδιαστεί για να μειώσουν την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων.
Οι αλλαγές δεν περιορίζονται στην κατάργηση της τιμολόγησης άνθρακα για τους καταναλωτές, η οποία έκανε τα νοικοκυριά να πληρώνουν άμεσα για τις εκπομπές τους.
Η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει επίσης ακυρώσει την υποχρέωση για ηλεκτρικά οχήματα, εγκατέλειψε το προτεινόμενο πλαφόν στις εκπομπές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αποδυνάμωσε την εθνική βιομηχανική τιμή άνθρακα και χαλάρωσε τα πρότυπα κατά του greenwashing. Η χρηματοδότηση των δημόσιων μεταφορών έχει επίσης περικοπεί δραστικά.
Συνολικά, τα μέτρα αυτά, όπως υποστηρίζουν οι κλιματικοί ακτιβιστές, κινδυνεύουν να αποδυναμώσουν και τις δύο όψεις της στρατηγικής απανθρακοποίησης του Καναδά: τα κίνητρα για απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα και τις επενδύσεις σε εναλλακτικές λύσεις.
Η κυβέρνηση Κάρνεϊ συνεχίζει να επενδύει σε ορισμένα έργα καθαρής ενέργειας, όμως η έμφαση στην επέκταση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου δημιουργεί ένταση ανάμεσα στις κλιματικές δεσμεύσεις της χώρας και την οικονομική στρατηγική της.
Νέα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου σε ταχύτερη τροχιά
Η πιο καθαρή έκφραση αυτής της στροφής είναι η προσπάθεια της κυβέρνησης να επισπεύσει τις εγκρίσεις για μεγάλα έργα υποδομής.
Ο νόμος Building Canada Act του 2025 δημιούργησε έναν μηχανισμό με τον οποίο έργα μπορούν να χαρακτηριστούν ως εθνικού συμφέροντος και να εξαιρεθούν από ορισμένες νομικές απαιτήσεις.
Η νομοθεσία παρουσιάστηκε ως τρόπος επιτάχυνσης έργων που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας, συμπεριλαμβανομένων αναπτύξεων σε κρίσιμα ορυκτά, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πυρηνική ενέργεια, λιμάνια και υδροηλεκτρική ισχύ.
Ωστόσο, έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου καταλαμβάνουν εξέχουσα θέση στα σχέδια της κυβέρνησης.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, η κυβέρνηση Κάρνεϊ παρουσίασε έναν νόμο που θα επέτρεπε την προέγκριση έργων σε καθορισμένες περιοχές εθνικού ενδιαφέροντος, θα περιόριζε την αξιολόγηση μεγάλων έργων σε ένα έτος και θα έδινε σε ομοσπονδιακό υπουργό μεγαλύτερες εξουσίες για την αφαίρεση περιβαλλοντικών όρων που είχαν επιβληθεί σε ήδη εγκεκριμένα έργα.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η νομοθεσία αυτή αποδυναμώνει τις δικλείδες ασφαλείας για την άγρια ζωή και μειώνει τη δημόσια εποπτεία.
Επέκταση του LNG και η παγκόσμια κούρσα για φυσικό αέριο
Η ενεργειακή στρατηγική του Κάρνεϊ περιλαμβάνει επίσης την επέκταση της εξαγωγικής ικανότητας του Καναδά σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).
Η κυβέρνηση έχει στηρίξει σχέδια που θα μπορούσαν να διπλασιάσουν τη δυναμικότητα εξαγωγών εγκαταστάσεων στη δυτική ακτή του Καναδά. Έχει επίσης δείξει ότι είναι ανοιχτή στην ανάπτυξη εξαγωγών φυσικού αερίου από το Νιου Μπράνσγουικ, εφόσον η επαρχία άρει την απαγόρευση της υδραυλικής ρηγμάτωσης (fracking) και δημιουργήσει εγχώρια βιομηχανία παραγωγής.
Η κυβέρνηση της Οτάβα υποστηρίζει ότι μπορεί να προσφέρει αξιόπιστες προμήθειες σε διεθνείς εταίρους που επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τις ενεργειακές τους πηγές. Ενόψει της συνόδου ΕΕ-Καναδά αυτή την εβδομάδα στο Μόντρεαλ, οι δύο πλευρές αναμένεται να παρουσιάσουν μια μελέτη σκοπιμότητας για μακροπρόθεσμες εξαγωγές LNG προς την Ευρώπη, σύμφωνα με έγγραφο που έχει στη διάθεσή του το Euronews.
Για την Ευρώπη, η οποία προσπαθεί να μειώσει την εξάρτησή της από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, οι πρόσθετες προμήθειες από παραγωγούς με πολιτική σταθερότητα θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ενεργειακή της ασφάλεια. Οι ασιατικές αγορές αποτελούν επίσης πιθανούς προορισμούς για καναδικό LNG.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα φυσικού αερίου δεν σημαίνει αυτόματα ταχύτερη ενεργειακή μετάβαση. Νέοι τερματικοί σταθμοί LNG και αγωγοί απαιτούν σημαντικές επενδύσεις και μπορούν να λειτουργούν επί δεκαετίες. Αν ενθαρρύνουν μακροχρόνια κατανάλωση φυσικού αερίου ή αποσπούν κεφάλαια από την ηλεκτροκίνηση και τις ανανεώσιμες πηγές, μπορεί να επιβραδύνουν την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα.
Η Έστερ Μπόλεντορφ, υπεύθυνη προγράμματος για έναν κόσμο χωρίς ορυκτά καύσιμα στην ΜΚΟ Climate Action Network (CAN) Europe, δηλώνει ότι ο Καναδάς δεν πρέπει να γίνει ο επόμενος προμηθευτής φυσικού αερίου της ΕΕ, αλλά εταίρος στην οικοδόμηση ενός προσιτού και ανθεκτικού ενεργειακού μέλλοντος.
Η περιβαλλοντική ακτιβίστρια λέει ότι η προτεινόμενη μελέτη σκοπιμότητας για εξαγωγές LNG προς την ΕΕ είναι μια «επικίνδυνη απόσπαση της προσοχής» από την ηλεκτροκίνηση με βάση τις ανανεώσιμες πηγές και την ενεργειακή αποδοτικότητα.
«Διακινδυνεύει να παγιώσει υποδομές ορυκτών καυσίμων, εγκλωβισμένα περιουσιακά στοιχεία και υψηλότερους λογαριασμούς για τους καταναλωτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, υπονομεύοντας παράλληλα τους κλιματικούς στόχους της Ευρώπης», λέει η Μπόλεντορφ.
Πράσινοι ακτιβιστές φοβούνται ότι η επέκταση της προσφοράς ορυκτών καυσίμων μπορεί να επηρεάσει τις επιλογές των χωρών-εισαγωγέων, καθιστώντας την συνεχιζόμενη κατανάλωση φυσικού αερίου πιο ελκυστική από τις επενδύσεις σε εναλλακτικές λύσεις όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια.
Ενεργειακή υπερδύναμη - αλλά προς όφελος ποιου;
Ο Κάρνεϊ παρουσιάζει την επέκταση των ορυκτών καυσίμων ως μέσο ενίσχυσης της οικονομικής ανεξαρτησίας του Καναδά και προσέλκυσης διεθνών επενδύσεων. Ωστόσο, η δομή ιδιοκτησίας του κλάδου περιπλέκει τον ισχυρισμό ότι η επέκταση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα μεταφραστεί απαραίτητα σε μεγαλύτερο οικονομικό έλεγχο από τον Καναδά.
Έκθεση της οργάνωσης Canadians for Tax Fairness διαπίστωσε ότι οι τέσσερις μεγαλύτεροι παραγωγοί πετρελαϊκών άμμων του Καναδά ανήκουν κατά 60% σε αμερικανικά συμφέροντα. Η LNG Canada είναι κοινοπραξία στην οποία συμμετέχουν οι Shell, Petronas, PetroChina, Mitsubishi και Kogas.
Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος του κεφαλαίου και των εταιρικών συμφερόντων πίσω από την ενεργειακή επέκταση του Καναδά προέρχεται από το εξωτερικό.
Το επιχείρημα του Κάρνεϊ είναι ότι ο Καναδάς μπορεί να αξιοποιήσει τους ενεργειακούς του πόρους για να ενισχύσει τη θέση του στην παγκόσμια οικονομία και να μειώσει την ευαλωτότητά του σε εξωτερικές πιέσεις. Όταν όμως η βιομηχανία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ξένο κεφάλαιο και δημόσια στήριξη, η κατανομή των οφελών και των κινδύνων γίνεται κεντρικό ζήτημα.
Κλιματικοί στόχοι ολοένα πιο μακρινοί
Η υποχώρηση από την κλιματική πολιτική έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο Καναδάς φαίνεται απίθανο να επιτύχει τους στόχους του για μείωση των εκπομπών.
Σύμφωνα με την Climate Action Tracker, οι προγραμματισμένες πολιτικές του Καναδά θα μπορούσαν να μειώσουν τις εκπομπές μόλις κατά 14%, πολύ κάτω από τον εθνικό στόχο για μείωση 40-45% στην ίδια περίοδο.
Ανάλυση του Σεπτεμβρίου 2026 από το Canadian Climate Institute κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι ο Καναδάς θα χάσει τον στόχο εκπομπών για το 2030, υποδηλώνοντας ότι το έλλειμμα θα μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη και προς το 2050.