Η Ελλάδα παράγει περισσότερη πράσινη ενέργεια από αυτή που καταναλώνει- Στοπ σε νέα φωτοβολταϊκά ζητούν οι Παραγωγοί Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά - Γιατί το ηλεκτρικό ρεύμα παραμένει ακριβό και πώς μπορούν να βοηθήσουν οι μπαταρίες
Για την Ελλάδα, η στροφή στις πράσινες πηγές ενέργειας ήταν επιτακτική όχι μόνο για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και της εθνικής οικονομίας.
Παραδοσιακά εισαγωγέας ορυκτών καυσίμων, η ελληνική οικονομία «αιμορραγούσε» δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η πιθανότητα η χώρα να γίνει εξαγωγέας ενέργειας φάνταζε μακρινό όνειρο. Το όνειρο έγινε πραγματικότητα χάρη στις ΑΠΕ. Σήμερα περίπου το 45% της ηλεκτροπαραγωγής της Ελλάδας προέρχεται από ΑΠΕ και η χώρα εξάγει περίπου 20% της ενέργειας που παράγει (κυρίως στην Ιταλία και λιγότερο στις γειτονικές βαλκανικές χώρες), σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς.
Μέχρι πρόσφατα, η δυναμική αυτή φαινόταν χωρίς τέλος.
Τώρα, πολλοί προειδοποιούν ότι έχει φτάσει στα όριά της.
Σήμερα, στην Ελλάδα λειτουργούν έργα ΑΠΕ συνολικής ισχύος περίπου 18 GW, την ώρα που η ζήτηση για αυτή την ενέργεια δεν ξεπερνά τα 10GW, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς.
Η Ελλάδα «πετάει», δηλαδή, σημαντικό μέρος της παραγώμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθώς δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση τις ώρες που η ενέργεια από ΑΠΕ είναι διαθέσιμη (δηλαδή κυρίως στη διάρκεια της ημέρας). Παράλληλα, οι εξαγωγές δεν αυξάνονται σημαντικά, καθώς οι γειτονικές χώρες παράγουν και οι ίδιες τη δική τους φθηνή πράσινη ενέργεια.
Όπως εξήγησε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ) Στέλιος Λουμάκης, στη Σύνοδο Ενεργειακής Μετάβασης (Energy Transition Summit) που οργάνωσε στην Αθήνα ο όμιλος των Financial Times, ο λόγος που η Ελλάδα δεν χρησιμοποιεί όλη την ενέργεια των ΑΠΕ που παράγει είναι ότι -απλά- δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση.
«Πρέπει να γίνει σαφές ότι οι περικοπές (στην ενέργεια των ΑΠΕ) που έχουμε τώρα στην Ελλάδα δεν οφείλονται στο δίκτυο. Η χωρητικότητα των δικτύων είναι αρκετή για να απορροφήσει όλη την ηλεκτρική ενέργεια που θα μπορούσε να παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εφόσον υπάρχει ζήτηση που πρέπει να καλυφθεί. Οι περικοπές που έχουμε στην Ελλάδα είναι ένα περικοπές αγοράς. Δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση. Έχουμε πολύ περισσότερη χωρητικότητα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από αυτήν που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.»
Φθηνή παραγωγή, ακριβά τιμολόγια- Τι κάνει η Ε. Επιτροπή
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Ανάλογες προκλήσεις αντιμετωπίζουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Λουμάκης, οι τιμές πώλησης του ρεύματος από τις ΑΠΕ μειώνονται σταθερά, με αποτέλεσμα πολλοί παραγωγοί- τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη- να αντιμετωπίζουν προκλήσεις βιωσιμότητας.
«Τουλάχιστον στην Ελλάδα θα πρέπει να σταματήσουμε την περαιτέρω επέκταση (σημ. των ΑΠΕ). Έχουμε ήδη πάρα πολλά. Το 2026, το εισόδημα των παραγωγών θα είναι περίπου 40% μειωμένο σε σχέση με πέρυσι, λόγω των περιορισμών στη ζήτηση και λόγω των αρνητικών έως και μηδενικών τιμών χονδρικής. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ναι, προσφέρουν σταθερότητα, προσφέρουν στον καταναλωτή χαμηλές τιμές, αλλά υπάρχουν περιορισμοί και δεν είμαστε εμείς που πρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο από αυτό που μπορεί να προσφέρει η τεχνολογία.»
Οι τιμές των παραγωγών μειώνονται, όμως οι τιμές για τους καταναλωτές παραμένουν σταθερές ή αυξάνονται σε περιόδους κρίσεων, όπως μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
«Η τεχνολογία CCG καθορίζει τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας» εξήγησε η Μάγια Τούρκοβιτς (Maja Turković) στη Σύνοδο Ενεργειακής Μετάβασης. Η Τούρκοβιτς αναφέρεται στις μονάδες CCGT (Combined Cycle Gas Turbine), δηλαδή τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου. Αυτό που εννοεί είναι ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού, η τιμή του ρεύματος καθορίζεται από την τελευταία μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση (“marginal pricing”). Πολύ συχνά αυτή η τελευταία μονάδα είναι μονάδα φυσικού αερίου CCGT. Το φυσικό αέριο παραμένει ακριβό και η τιμή του εκτοξεύτηκε μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν το πρόβλημα και η Ε. Επιτροπή έχει αναλάβει να αναζητήσει λύσεις. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν τα «τέσσερα στοιχεία των λογαριασμών», δηλαδή:
- το κόστος παραγωγής/προμήθειας ενέργειας (η χονδρική τιμή ηλεκτρισμού)
- τα δίκτυα (χρεώσεις μεταφοράς και διανομής, επενδύσεις σε υποδομές, διασυνδέσεις, έξυπνα δίκτυα)
- φόροι και κρατικές επιβαρύνσεις (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι, τέλη, χρεώσεις υπέρ ΑΠΕ ή κοινωνικών πολιτικών)
- ρυθμιζόμενες χρεώσεις και λοιπά τέλη (μηχανισμοί χωρητικότητας,υπηρεσίες συστήματος, κόστος εξισορρόπησης).
«Η πράσινη μετάβαση δεν είναι απαλλαγμένη από προβλήματα» παραδέχθηκε η Κριστίνα Λομπίλο (Cristina Lobillo), διευθύντρια Ενεργειακής Ασφάλειας και Διεθνών Σχέσεων στη ΓΔ ENER ενέργειας (DG ENER) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. «Πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έδωσε εντολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εργαστεί πάνω στα τέσσερα στοιχεία των λογαριασμών ενέργειας. Και τώρα εργαζόμαστε πάνω σε αυτό. Το κύριο ζητούμενο είναι η προσιτή τιμή, η προσιτή τιμή της ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδιαίτερα σε ορισμένες περιοχές που είναι πιο ευάλωτες, όπως η Νοτιοανατολική Ευρώπη.»
Έρχονται οι μπαταρίες
Μία από τις βασικές λύσεις που εξετάζονται είναι η αποθήκευση της πράσινης ενέργειας, ώστε η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ήλιο και άνεμο να μπορεί να χρησιμοποιείται και τις ώρες που δεν υπάρχει παραγωγή από ΑΠΕ.
Έως το πρώτο τρίμηνο του 2027 αναμένεται να έχουν τεθεί σε λειτουργία στην Ελλάδα μονάδες αποθήκευσης με μπαταρίες συνολικής ισχύος περίπου 900 MW.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η τεχνολογία αποθήκευσης παραμένει ακόμη σε σχετικά πρώιμο στάδιο, ωστόσο η σημαντική πτώση του κόστους των μπαταριών τα τελευταία χρόνια διευκολύνει την ανάπτυξη νέων έργων.
Όπως ανέφερε ο Αλέξανδρος Φλάμος, καθηγητής και επικεφαλής του Εργαστηρίου Τεχνοοικονομικής Ενεργειακών Συστημάτωνο του Πανεπιστημίου Πειραιώς, «η επιταχυνόμενη εισαγωγή λύσεων αποθήκευσης στο σύστημα θα αυξήσει τη διαθεσιμότητα των φθηνών ΑΠΕ στο δίκτυο και, τελικά, θα μειώσει το κόστος για τον τελικό καταναλωτή».
Κ. Μητσοτάκης: Οι τιμές θα συνεχίσουν να μειώνονται
Το γεγονός ότι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα έχει αποκλιμακωθεί σημαντικά υπογράμμισε στη δική του παρέμβαση ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Όπως σημείωσε, η Ελλάδα ήταν η χώρα με τις υψηλότερες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας το 2019 και σήμερα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα έχει μειώσει σχεδόν κατά 50% τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με το 2005.
«Οι τιμές θα συνεχίσουν να μειώνονται καθώς προσθέτουμε περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα και καθώς, ελπίζω, το φυσικό αέριο θα γίνει φθηνότερο» υποστήριξε ο Κ. Μητσοτάκης, που παράλληλα άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μέτρων στήριξης απέναντι στον πληθωρισμό.