Δέκα χρόνια μετά το ιστορικό δημοψήφισμα: ο πρώην διαπραγματευτής Brexit της ΕΕ λέει ότι η πόρτα προς το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ανοικτή, αλλά το Λονδίνο δεν μπορεί να «διαλέγει» πολιτικές της ΕΕ.
Ο πρώην επικεφαλής διαπραγματευτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Brexit, Μισέλ Μπαρνιέ, δήλωσε στο Euronews ότι εναπόκειται στο Ηνωμένο Βασίλειο να αποφασίσει αν θέλει να επιστρέψει στην Ένωση, προσθέτοντας ότι οι Βρυξέλλες έχουν ξεκαθαρίσει τους όρους τους.
Οι δηλώσεις του γίνονται δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα με το οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ με 52% έναντι 48%, και σε μια συγκυρία όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σαφής πλειοψηφία των Βρετανών, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, θεωρεί πλέον την αποχώρηση λάθος.
«Το Brexit, που αποφασίστηκε με μια κυρίαρχη ψήφο πριν από δέκα χρόνια, έχει ολοκληρωθεί, αλλά το μέλλον είναι ανοιχτό και η πόρτα είναι ανοιχτή», δήλωσε ο Μπαρνιέ, εξέχων κεντροδεξιός πολιτικός που διετέλεσε πρωθυπουργός της Γαλλίας από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 2024, στην εκπομπή του Euronews 12 Minutes With.
Υποστήριξε ότι η βρετανική κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα γνωρίζουν ποιες είναι οι προϋποθέσεις για επανένταξη, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να είναι σαφές στο Λονδίνο πως «δεν μπορεί να έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο» όταν διαπραγματεύεται τη μελλοντική του σχέση με τις Βρυξέλλες.
Ο Μπαρνιέ, που έχει χαρακτηρίσει το Brexit παιχνίδι όπου όλοι χάνουν, εξήγησε ότι, για παράδειγμα, θα ήταν δυνατό το Ηνωμένο Βασίλειο να συμμετάσχει στην ενιαία αγορά, τη χωρίς σύνορα οικονομική ζώνη της Ένωσης, χωρίς να γίνει μέλος της ΕΕ, όπως έχουν κάνει η Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και η Νορβηγία.
«Όμως οι όροι είναι απολύτως σαφείς για οποιαδήποτε χώρα εντάσσεται στην ενιαία αγορά», είπε, προσθέτοντας ότι ένας από αυτούς είναι η «πλήρης τήρηση των τεσσάρων ελευθεριών», δηλαδή της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων.
Η πλήρης συμμετοχή στην ενιαία αγορά, ωστόσο, θεωρείται αυτή τη στιγμή εκτός συζήτησης.
Η μη ένταξη στην ενιαία αγορά αποτελούσε βασική «κόκκινη γραμμή» για την κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον απερχόμενο πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ. Ήταν ο τρόπος του να μείνει πιστός στις προεκλογικές δεσμεύσεις του κόμματος, επιχειρώντας παράλληλα να κατευνάσει τους ψηφοφόρους του Brexit και να διαχειριστεί την «επαναφορά» των σχέσεων με την ΕΕ.
Αντί γι’ αυτό, η προσέγγιση Στάρμερ ήταν να ενισχύσει τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στην αγορά σε επιμέρους τομείς. Ωστόσο, αυτή η μερική ή «à la carte» συμφωνία δεν υπήρξε ιστορικά αποδεκτό σενάριο για την ΕΕ. Ο Μπαρνιέ επανέλαβε ότι το Λονδίνο δεν θα πρέπει να μπορεί να επιλέγει κατά βούληση ποιες πολιτικές της ΕΕ θα εφαρμόζει.
Παραμένει ασαφές ποια θέση έχει ο Άντι Μπέρναμ, νυν βουλευτής και επικρατέστερος διάδοχος του Στάρμερ στην Ντάουνινγκ Στριτ μετά την παραίτηση του τελευταίου τη Δευτέρα.
Βουλευτές των Φιλελεύθερων Δημοκρατών και ευρωφιλοί Εργατικοί τον έχουν ήδη καλέσει να «εγκαταλείψει τις κόκκινες γραμμές» σε ό,τι αφορά την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση, τις οποίες οι Βρυξέλλες θεωρούν κεντρικό εμπόδιο στις προσπάθειες προσέγγισης.
Η ταχεία επανένταξη είναι εφικτή
Ο Μπαρνιέ άφησε να εννοηθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να ακολουθήσει μια επιταχυμένη διαδικασία επανένταξης, εφόσον διατηρηθεί η υφιστάμενη σύγκλιση στους κανονισμούς, παρακάμπτοντας τη μακρά, σύνθετη, πολυεπίπεδη πορεία προσχώρησης που αντιμετωπίζουν υποψήφιες χώρες όπως η Ουκρανία, η Μολδαβία και τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων.
«Η απάντηση [στο πόσο θα διαρκέσει η διαδικασία] βρίσκεται στα χέρια του Ηνωμένου Βασιλείου», είπε. «Αν από τώρα μέχρι την έναρξη νέων διαπραγματεύσεων το Ηνωμένο Βασίλειο προκαλέσει μεγάλη απόκλιση από τα πρότυπα, από τους κανόνες για τα τρόφιμα, για την ασφάλεια, θα έχουμε πρόβλημα και θα χρειαστεί χρόνος, πολύ περισσότερος χρόνος.»
Τόνισε ότι «αν δεν υπάρξει απόκλιση, καμία κρίσιμη απόκλιση, η διαδικασία θα είναι πολύ γρήγορη», προσθέτοντας: «Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τη μακρά πορεία νέων χωρών που θέλουν να προσχωρήσουν στην ΕΕ με εκείνη πρώην κρατών-μελών.»
Στο μεταξύ, όπως είπε ο Μπαρνιέ, οι Βρυξέλλες και το Λονδίνο μπορούν να συνεργαστούν σε πολλά μέτωπα.
«Έχουμε πολλά να κάνουμε μαζί, για παράδειγμα στην άμυνα, στην ασφάλεια, στη συνεργασία των υπηρεσιών, ακόμη και στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη ή στις νέες τεχνολογίες που αναπτύσσονται», είπε.
Πρότεινε να διευκολυνθεί αυτό το είδος συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ μέσω της δημιουργίας ενός νέου οργάνου, ενός «είδους Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Άμυνας και Ασφάλειας», όπως το χαρακτήρισε, το οποίο θα λειτουργούσε «παράλληλα με τους υφιστάμενους θεσμούς».
«Θα ήταν ανοιχτό σε ορισμένες χώρες που δεν είναι πλέον ή δεν είναι ακόμη στην ΕΕ, για παράδειγμα, προφανώς στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και στη Νορβηγία ή την Ουκρανία.»
Το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ βρίσκονται αυτή την περίοδο σε συνομιλίες «επαναρύθμισης» των σχέσεών τους και ευελπιστούσαν να καταλήξουν, στη σύνοδο κορυφής της 22ας Ιουλίου, σε συμφωνία για τα αγροδιατροφικά προϊόντα (μείωση των εμποδίων μέσω εναρμόνισης των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών κανόνων), σε μια συμφωνία για το εμπόριο εκπομπών και σε ένα πρόγραμμα κινητικότητας νέων (ειδικές βίζες για νέους Ευρωπαίους και Βρετανούς).
Ωστόσο, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, επιβεβαίωσε στις αρχές της εβδομάδας ότι η συνάντηση – της οποίας η ημερομηνία καθορίστηκε μόλις την περασμένη εβδομάδα στη σύνοδο της G7 στη Γαλλία – θα αναβληθεί λόγω της παραίτησης του Στάρμερ.