Η ΕΕ επιχειρεί να επανεκκινήσει την ένταξη της Σερβίας, συζητά άνοιγμα του κεφαλαίου 3, αλλά οι πρωτεύουσες παραμένουν διχασμένες· για κάποιους είναι πρόωρο.
Η απόφαση της Σερβίας να καταργήσει τις αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη έχει αναζωπυρώσει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη συζήτηση για το πώς θα εξισορροπηθεί η στρατηγική συνεργασία με τα δημοκρατικά πρότυπα, φέρνοντας στην επιφάνεια διαφωνίες για το αν το Βελιγράδι έχει κάνει αρκετά ώστε να αναζωογονήσει την υποψηφιότητά του για ένταξη.
Τη Δευτέρα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στα κράτη μέλη ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο εξηγεί γιατί θεωρεί ότι οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη Σερβία δικαιολογούν το άνοιγμα του κεφαλαίου 3 των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, το οποίο το Βελιγράδι επιδιώκει να ξεμπλοκάρει μετά από χρόνια στασιμότητας.
Το σημείωμα, με ημερομηνία 3 Ιουλίου και στη διάθεση του Euronews, αναφέρει ότι η Επιτροπή θεωρεί πως η Σερβία έχει διορθώσει την «οπισθοδρόμηση» που είχε επισημανθεί νωρίτερα φέτος και έχει κάνει βήματα για να ενισχύσει την ικανότητα της Εισαγγελίας για το οργανωμένο έγκλημα.
Παραδέχεται, ωστόσο, ότι «απαιτείται ακόμη περαιτέρω δουλειά στο δικαστικό και εισαγγελικό σύστημα».
Ωστόσο, συνομιλίες με πάνω από δώδεκα διπλωμάτες, αξιωματούχους της ΕΕ και ειδικούς δείχνουν ότι η τελευταία αναδίπλωση της Σερβίας έχει κάνει ελάχιστα για να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, των οποίων η ομόφωνη στήριξη είναι απαραίτητη για να προχωρήσει η ενταξιακή διαδικασία.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το Βελιγράδι πρέπει να αναγνωριστεί επειδή εφάρμοσε τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας, ενώ άλλοι θεωρούν ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων ελάχιστα συμβάλλει στην αντιστροφή ετών δημοκρατικής οπισθοδρόμησης και των διαρκών ανησυχιών για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη διαφθορά και το κράτος δικαίου. Η Επιτροπή της Βενετίας είναι το συμβουλευτικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης για συνταγματικά ζητήματα.
Για πολλούς στις Βρυξέλλες, η συζήτηση ξεπερνά ένα μόνο διαπραγματευτικό κεφάλαιο.
Η Σερβία παραμένει η μεγαλύτερη οικονομία των Δυτικών Βαλκανίων και ένας στρατηγικά σημαντικός εταίρος, γεγονός που οδηγεί ορισμένους αξιωματούχους να υποστηρίζουν ότι η συνέχιση της εμπλοκής προσφέρει την καλύτερη ευκαιρία για την προώθηση περαιτέρω μεταρρυθμίσεων.
Άλλοι αντιτείνουν ότι η επιβράβευση σταδιακής προόδου πριν υλοποιηθούν πιο βαθιές αλλαγές κινδυνεύει να υπονομεύσει την αξιοπιστία της διαδικασίας διεύρυνσης της ΕΕ.
Η συζήτηση έχει αποκτήσει πρόσθετη βαρύτητα μετά την ανακοίνωση του Προέδρου Aleksandar Vučić ότι σκοπεύει να παραιτηθεί ύστερα από οκτώ χρόνια στην εξουσία και να προκηρύξει εκλογές μέσα στους επόμενους τρεις έως τέσσερις μήνες.
Ενώ οι υποστηρικτές παρουσιάζουν την κίνηση ως την αρχή ενός νέου πολιτικού κεφαλαίου, οι επικριτές θεωρούν ότι πρόκειται για μια τακτική κίνηση που θα μπορούσε να του επιτρέψει να διατηρήσει την εξουσία διεκδικώντας την πρωθυπουργία.
Η Επιτροπή υπογράμμισε, πάντως, ότι οποιαδήποτε απόφαση ανήκει τελικά στις κυβερνήσεις της ΕΕ. «Η απόφαση για την προώθηση της ενταξιακής πορείας της Σερβίας παραμένει στα χέρια του Συμβουλίου», πρόσθεσε ο εκπρόσωπος.
Το θέμα αναμένεται να τεθεί σε συνεδρίαση πρεσβευτών στις Βρυξέλλες την Τετάρτη.
Μια δύσκολη στρατηγική ισορροπία
Η τελευταία συζήτηση πυροδοτήθηκε αφού το Βελιγράδι κατήργησε δέσμη αμφιλεγόμενων νόμων για τη Δικαιοσύνη, που είχαν τεθεί σε ισχύ τον Φεβρουάριο και είναι συλλογικά γνωστοί ως νόμοι Mrdić. Η κίνηση ήρθε μετά από δριμεία κριτική της Επιτροπής της Βενετίας.
Η αναστροφή των νόμων έγινε δεκτή με ικανοποίηση από την επίτροπο Διεύρυνσης Marta Kos, η οποία τη χαρακτήρισε «σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση» και ανέφερε ότι συνεχίζονται οι συζητήσεις για την ευρύτερη μεταρρυθμιστική ατζέντα της Σερβίας.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει επίσης δηλώσει ότι η Σερβία μπορεί να προχωρήσει περισσότερο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις εφόσον υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις, ενώ ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα πρόσφατα υποστήριξε ότι η εναρμόνιση με τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας θα μπορούσε να βοηθήσει στην προώθηση της διαδικασίας.
Πίσω από αυτές τις δημόσιες δηλώσεις κρύβεται μια πιο σύνθετη συζήτηση.
Πολλοί αξιωματούχοι της ΕΕ υποστηρίζουν ότι η διατήρηση του διαλόγου με το Βελιγράδι είναι στρατηγικά σημαντική, παρά τα δημοκρατικά ελλείμματα της Σερβίας και την άρνησή της να ευθυγραμμιστεί με τις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας.
Από την οπτική γωνία της Επιτροπής, η αποστασιοποίηση εγκυμονεί τον κίνδυνο να εξασθενήσει η επιρροή της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια και να αποξενωθεί μια χώρα που θεωρείται κεντρική για τη σταθερότητα της περιοχής.
Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση κάθε άλλο παρά καθολικά αποδεκτή είναι.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του Euronews, εκπρόσωπος της Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι το εκτελεστικό όργανο μοιράστηκε με τα κράτη μέλη ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο εξηγεί γιατί θεωρεί ότι τα πρόσφατα βήματα της Σερβίας μπορούν να δικαιολογήσουν το άνοιγμα του κεφαλαίου 3.
Για ορισμένους διπλωμάτες, η αναγνώριση των τελευταίων μεταρρυθμίσεων της Σερβίας θα ενίσχυε την αρχή ότι οι υποψήφιες χώρες επιβραβεύονται όταν εφαρμόζουν τις συστάσεις των Βρυξελλών και της Επιτροπής της Βενετίας.
Ένας διπλωμάτης της ΕΕ υποστήριξε ότι αν δεν αναγνωριστεί η απτή πρόοδος, υπάρχει κίνδυνος η Σερβία να γίνει «η επόμενη Βόρεια Μακεδονία» — μια χώρα που απέκτησε καθεστώς υποψήφιας το 2005 αλλά έχει δει επανειλημμένα τις ενταξιακές της φιλοδοξίες να ματαιώνονται, παρά τις μεταρρυθμίσεις που έχει υλοποιήσει.
Άλλοι παραμένουν δύσπιστοι.
Πολλοί διπλωμάτες δήλωσαν στο Euronews ότι, παρότι η κατάργηση των νόμων για τη Δικαιοσύνη είναι ευπρόσδεκτη, δεν αντιμετωπίζει τις ευρύτερες ανησυχίες γύρω από το κράτος δικαίου, τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Ένας διπλωμάτης ανέφερε ότι η κατάργηση απλώς έφερε τη Σερβία «πίσω στο μηδέν», ενώ ένας άλλος υποστήριξε ότι οι μεταρρυθμίσεις στο κεφάλαιο 1 — που καλύπτει τα θεμελιώδη της ενταξιακής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου του κράτους δικαίου — αποτελούν την πραγματική δοκιμασία για το αν το Βελιγράδι είναι έτοιμο να σημειώσει ουσιαστική πρόοδο.
Η συζήτηση αποτυπώνει το κεντρικό δίλημμα που αντιμετωπίζει τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση: αν πρέπει να επιβραβεύονται οι σταδιακές μεταρρυθμίσεις ως μέσο για να παραμείνει η Σερβία προσανατολισμένη προς την ΕΕ ή αν μια τέτοια στάση κινδυνεύει να στείλει λάθος μήνυμα για τα πρότυπα που αναμένονται από τις υποψήφιες χώρες.
Κράτος δικαίου
Πολλοί διπλωμάτες τόνισαν ότι οι συζητήσεις γύρω από το κεφάλαιο 3 δεν μπορούν να αποσπαστούν από τις ανησυχίες που αφορούν το κεφάλαιο 1 — το κεφάλαιο που καλύπτει τα θεμελιώδη της ενταξιακής διαδικασίας, όπως το κράτος δικαίου, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και οι δημοκρατικοί θεσμοί.
Αρκετοί διπλωμάτες παρέπεμψαν σε εμπιστευτική αξιολόγηση της Επιτροπής που διακινήθηκε μεταξύ των κρατών μελών στις αρχές του 2025, χαρακτηρίζοντάς την μία από τις πιο επικριτικές αποτιμήσεις της προόδου της Σερβίας τα τελευταία χρόνια.
Ένας διπλωμάτης τη χαρακτήρισε ως την «χειρότερη» αξιολόγηση διεύρυνσης που είχε δει, ενώ ένας άλλος την περιέγραψε απλώς ως «καταπέλτη».
Το επιχείρημά τους είναι απλό: η Σερβία δεν μπορεί με αξιοπιστία να προχωρήσει στα οικονομικά κεφάλαια όσο συνεχίζει να δυσκολεύεται με τα θεμελιώδη που στηρίζουν την ενταξιακή διαδικασία.
«Η κατάργηση των νόμων είναι καλοδεχούμενη», είπε ένας διπλωμάτης. «Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Σερβία είναι ξαφνικά έτοιμη να προχωρήσει. Απλώς επαναφέρει τη χώρα στο σημείο όπου βρισκόταν πριν.»
Άλλοι, ωστόσο, βλέπουν τις τελευταίες εξελίξεις διαφορετικά.
Δύο διπλωμάτες υποστήριξαν ότι η απόφαση του Βελιγραδίου να ανατρέψει τις μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη δείχνει πως η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να ανταποκριθεί στις συστάσεις των Βρυξελλών και της Επιτροπής της Βενετίας — ακριβώς το είδος συμπεριφοράς που η διαδικασία διεύρυνσης επιδιώκει να ενθαρρύνει.
Η διαφωνία αυτή αντανακλά ένα ευρύτερο ερώτημα που απασχολεί την ΕΕ: αν οι υποψήφιες χώρες πρέπει να επιβραβεύονται για σταδιακή πρόοδο ακόμη κι όταν βαθύτερα δομικά προβλήματα παραμένουν άλυτα.
Μια διαρρεύσασα εκδοχή της αξιολόγησης της Επιτροπής, που είδε το Euronews, επισημαίνει τις διαρκείς ελλείψεις στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης μετά την υιοθέτηση της νομοθεσίας του Ιανουαρίου.
Αναφέρει ότι η Σερβία θα πρέπει να εφαρμόσει τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας καταργώντας ή τροποποιώντας ουσιαστικά τη νομοθεσία «χωρίς καθυστέρηση» — ένα βήμα που έκτοτε έχει κάνει το Βελιγράδι.
Το έγγραφο, ωστόσο, εντοπίζει και ένα ευρύτερο μοτίβο ανησυχιών που εκτείνεται πολύ πέρα από τη Δικαιοσύνη.
Κάνει λόγο για ελλείψεις στη δημοκρατική διακυβέρνηση και αναφέρεται στο κύμα αντικυβερνητικών διαδηλώσεων που ακολούθησε την κατάρρευση στέγαστρου σε σιδηροδρομικό σταθμό στο Νόβι Σαντ τον Νοέμβριο του 2024, από την οποία σκοτώθηκαν 16 άνθρωποι.
Η έκθεση σημειώνει ότι η ασφάλεια των διαδηλωτών δεν ήταν πάντοτε διασφαλισμένη και παραθέτει αρκετά βίαια περιστατικά κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων. Επίσης εκφράζει ανησυχίες για τον ρυθμό των ερευνών γύρω από την τραγωδία, αναφέροντας ότι οι έρευνες για διαφθορά παρεμποδίστηκαν από την έλλειψη συνεργασίας της αστυνομίας.
«Η κατάρρευση και η έλλειψη προόδου στις έρευνες συνεχίζουν να τροφοδοτούν την αντίληψη περί έλλειψης λογοδοσίας και διαφάνειας στα κυβερνητικά έργα υποδομής και κατασκευών», αναφέρει το έγγραφο.
Τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται σε γενικές γραμμές με την έκθεση της Επιτροπής για τη διεύρυνση του 2025, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Σερβία έχει σημειώσει μόνο «περιορισμένη πρόοδο» σε βασικούς τομείς, όπως το κράτος δικαίου, η καταπολέμηση της διαφθοράς και η μείωση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία.
Ωστόσο, ακόμη και μεταξύ των κρατών μελών δεν υπάρχει ενιαία άποψη για το πώς αυτά τα ευρήματα πρέπει να επηρεάσουν την ενταξιακή διαδικασία.
Ένας διπλωμάτης από μεγάλη χώρα της ΕΕ ανέφερε ότι έχει παρατηρήσει «θετικές εξελίξεις» στη Σερβία τις τελευταίες εβδομάδες, ενώ ένας άλλος σημείωσε ότι θα αντιμετώπιζε ευνοϊκά οποιαδήποτε σύσταση της Επιτροπής για προώθηση του κεφαλαίου 3.
Άλλοι παραμένουν αισθητά πιο επιφυλακτικοί, υποστηρίζοντας ότι η Σερβία δεν έχει ακόμη αποδείξει σταθερή πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της ενταξιακής διαδικασίας.
Η παραίτηση εγείρει νέα ερωτήματα
Η ανακοίνωση του Βούτσιτς ότι σκοπεύει να αποχωρήσει προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας σε μια ήδη εύθραυστη συζήτηση στις Βρυξέλλες.
Ο 56χρονος, που κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της Σερβίας για πάνω από μια δεκαετία, δήλωσε ότι θα παραιτηθεί αφού ολοκληρώσει δύο προεδρικές θητείες. Δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν θα διεκδικήσει την πρωθυπουργία, αλλά επιμένει ότι οποιαδήποτε απόφαση θα ληφθεί με διαφάνεια.
Για τους αξιωματούχους της ΕΕ, η ανακοίνωση είναι σημαντική, αλλά όχι κατ’ ανάγκη καταλυτική.
«Η ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών βρίσκεται στον πυρήνα της ενταξιακής πορείας της Σερβίας προς την ΕΕ», δήλωσε εκπρόσωπος της Επιτροπής στο Euronews, προσθέτοντας ότι οι Βρυξέλλες θα παρακολουθήσουν στενά οποιεσδήποτε μελλοντικές εκλογές ώστε να διασφαλιστεί ότι θα είναι ελεύθερες και δίκαιες.
Οι ειδικοί, πάντως, προειδοποιούν να μην ερμηνευτεί η ανακοίνωση του Βούτσιτς ως ένδειξη ευρύτερου δημοκρατικού ανοίγματος.
Η Antigona Imeri, ειδική για τα Δυτικά Βαλκάνια στο Centre for European Policy Studies, υποστήριξε ότι η παραίτηση πρέπει να ιδωθεί ως τακτική πολιτική κίνηση.
«Θα έπρεπε να χτυπά καμπανάκια», είπε, υποστηρίζοντας ότι η κίνηση μπορεί τελικά να εδραιώσει, αντί να περιορίσει, την επιρροή του Βούτσιτς .
Ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης συμφώνησε γενικά με αυτή την εκτίμηση, λέγοντας ότι στις Βρυξέλλες δεν υπάρχει μεγάλη προσδοκία πως η πολιτική πορεία της Σερβίας θα αλλάξει ουσιαστικά μόνο και μόνο επειδή ο Βούτσιτς εγκαταλείπει την προεδρία.
Η Berta López Domènech, αναλύτρια πολιτικής στο European Policy Centre, θεωρεί ότι η ανακοίνωση αντανακλά εξίσου τη συνταγματική πραγματικότητα και την πολιτική στρατηγική.
Έχοντας φτάσει το όριο των δύο προεδρικών θητειών, ο Βούτσιτς ενδέχεται να διεκδικήσει τη θέση του πρωθυπουργού, κάτι που θα του επέτρεπε να διατηρήσει τον πολιτικό έλεγχο ενώ παράλληλα θα εμφανίζεται ότι ανταποκρίνεται στα δημόσια αιτήματα μετά από μήνες αντικυβερνητικών διαδηλώσεων.
«Παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάποιον που ακούει τον λαό», είπε. «Όμως δεν μπορεί πλέον να είναι υποψήφιος για την προεδρία. Γινόμενος πρωθυπουργός θα του επέτρεπε να κρατήσει γερά τα ηνία της εξουσίας.»
Η López Domènech υποστηρίζει ότι η φαινομενική αυτή αντίφαση υπερβαίνει την εσωτερική πολιτική της Σερβίας.
«Αν κοιτάξετε τη ρητορική που εξακολουθεί να χρησιμοποιεί στο εσωτερικό, παραμένει συγκρουσιακή απέναντι στην ΕΕ και φιλική προς τη Ρωσία», είπε. «Η συνολική του στάση δεν έχει αλλάξει.»
Για τον Σλοβένο ευρωβουλευτή Vladimir Prebilič, μέλος της διακοινοβουλευτικής αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με τη Σερβία, η ανακοίνωση από μόνη της προσφέρει ελάχιστες εγγυήσεις ότι θα βελτιωθούν τα δημοκρατικά πρότυπα.
«Δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, καμία διάλυση της Βουλής και, το σημαντικότερο, καμία εγγύηση για ελεύθερες και δίκαιες εκλογές», είπε.
«Η επιφανειακή αλλαγή στην τρέχουσα πολιτική διάταξη δεν θα μεταβάλει τίποτα σε ό,τι αφορά την πορεία της Σερβίας προς την ΕΕ, η οποία ουσιαστικά έχει παγώσει από το 2021.»
Αντίθετα, υποστήριξε ότι οι Βρυξέλλες θα πρέπει να δώσουν λιγότερη έμφαση στις πολιτικές ανακοινώσεις και περισσότερη στις συνθήκες υπό τις οποίες θα διεξαχθούν οι μελλοντικές εκλογές.
«Αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη η Σερβία από την Ευρώπη είναι ένα σαφές και κατηγορηματικό μήνυμα ότι χρειάζονται τώρα ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, καθώς και αμέριστη στήριξη στους Σέρβους πολίτες και το δημοκρατικό κίνημα.»
Ένα γνώριμο δίλημμα
Η δημοκρατική πορεία της Σερβίας είναι μόνο ένα μέρος της εξίσωσης που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η άρνηση της χώρας να ευθυγραμμιστεί με τις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας, οι στενές πολιτικές σχέσεις της με τη Μόσχα και οι διευρυνόμενοι δεσμοί της με την Κίνα συνεχίζουν να περιπλέκουν τις ενταξιακές συνομιλίες.
Ο Κροάτης ευρωβουλευτής Tonino Picula, εισηγητής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη Σερβία, προειδοποίησε πρόσφατα ότι, ενώ χώρες όπως το Μαυροβούνιο και η Αλβανία έχουν επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις, η Σερβία έχει βιώσει «σταθερή διάβρωση των πολιτικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών», παράλληλα με την αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών.
Επεσήμανε επίσης την περιορισμένη ευθυγράμμιση του Βελιγραδίου με την κοινή εξωτερική και ασφαλείας πολιτική της ΕΕ ως ανησυχία που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα για τα κράτη μέλη.
Ο Vučić έχει διατηρήσει στενούς δεσμούς με τον Ρώσο πρόεδρο Vladimir Putin καθ’ όλη τη διάρκεια της πλήρους εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας του στην στρατιωτική παρέλαση της Ημέρας της Νίκης στη Μόσχα νωρίτερα φέτος.
Η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Κάγια Κάλας έχει δημοσίως επικρίνει τέτοια εμπλοκή, θέτοντας το ερώτημα γιατί Ευρωπαίοι ηγέτες επιλέγουν να σταθούν στο πλευρό του Πούτιν ενώ η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Για τους Σέρβους αξιωματούχους, ωστόσο, οι Βρυξέλλες δεν εφαρμόζουν πάντα τα ίδια κριτήρια σε όλες τις υποψήφιες χώρες.
Η πρώην πρωθυπουργός Άνα Μπράνμπιτς δήλωσε πρόσφατα στο Euronews ότι η Σερβία αντιμετωπίζει «διπλά μέτρα και σταθμά», παραπέμποντας στις συστάσεις για εκλογικές μεταρρυθμίσεις που έχει εκδώσει το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ODIHR).
«Αν κοιτάξετε άλλες υποψήφιες χώρες που επίσης έχουν συστάσεις του ODIHR για τη βελτίωση των εκλογικών συνθηκών, δεν τους ζητείται να εφαρμόσουν ούτε μία από αυτές, και έχουν ήδη ανοίξει όλα τα κεφάλαια», είπε.
«Δεν τα παρατάμε. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε, θα δουλέψουμε ακόμη πιο σκληρά, αλλά είναι σημαντικό να παρουσιάζουμε όχι μόνο σχέδια, αλλά και αποτελέσματα.»