Η διοργάνωση, που φιλοξενείται στην HELEXPO και στο MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, παρουσιάζει, ανάμεσα στα άλλα και έργα περισσοτέρων από 25 Ελλήνων καλλιτεχνών, που άπτονται της σύγχρονης πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης
Η 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης έχει φέτος τίτλο «Όλα πρέπει να αλλάξουν. Ριζοσπαστική Νοημοσύνη». Πραγματοποιείται στην HELEXPO και στο MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και φιλοξενεί μεταξύ άλλων έργα περισσοτέρων από 25 Ελλήνων καλλιτεχνών. Οι συμμετοχές είναι πολύ ενδιαφέρουσες και εστιάζουν σε επίκαιρα ζητήματα της εποχής μας, που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική κατάσταση, με το περιβάλλον, την τεχνητή νοημοσύνη και τις τεχνολογικές αλλαγές.
Συναντήσαμε τρεις από αυτούς και μιλήσαμε για το έργο τους.
Η εικαστικός και αρχιτεκτόνισσα Σοφία Ντώνα παρουσιάζει τη βίντεο εγκατάσταση «Στα Τέμπη ή στις όχθες της Αρκαδίας», που αποτέλεσε μία από τις αναθέσεις της φετινής διοργάνωσης. Ο τίτλος του έργου προέρχεται από ένα ποίημα του Τζον Κιτς, που γράφτηκε το 1816. Σ’ αυτό πρωταγωνιστούν ζώα που έζησαν παλιά στην κοιλάδα των Τεμπών, ενώ το ηχητικό περιβάλλον έχει να κάνει με δύο ιστορίες από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου που σχετίζονται με την περιοχή. Η καλλιτέχνις μαζί με τους φίλους της ψιθυρίζουν αυτές τις ιστορίες, σαν ένα ξόρκι για να αλλάξουν τα πράγματα:
«Η βίντεο εγκατάσταση διακόπτει τη ροή της έκθεσης για να μιλήσει με ένα συμβολικό τρόπο για αυτό το ρήγμα, που έχει συμβεί στα Τέμπη. Δείχνει μια σειρά ζώων, των οποίων έχουν βρει απολιθώματα στην κοιλάδα των Τεμπών, στον Πηνειό, που χρονολογούνται πριν από 35.000-40.000 χρόνια. Έχω ξαναδημιουργήσει με AI animation αυτά τα ζώα, τα οποία έχουν εξαφανιστεί. Ανάμεσα σε αυτά τα animation, υπάρχουν τοπία από τα Τέμπη, τα οποία έχω κινηματογραφήσει η ίδια, πηγαίνοντας εκεί.
Στο βίντεο, υπάρχουν ψίθυροι από δύο μύθους από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, που συμβαίνουν στα Τέμπη. Ο ένας είναι η Μήδεια που κατεβαίνει στην περιοχή, μαζεύει βότανα για να φτιάξει το ελιξίριο της αθανασίας και της νεότητας. Ο δεύτερος μύθος αφορά την Άρτεμη, η οποία μεταμορφώνει στα Τέμπη τον κυνηγό Ακταίωνα σε ελάφι και τον κατασπαράζουν τα σκυλιά του. Με βοήθησαν πολλοί φίλοι μου, με τους οποίους συνεργαστήκαμε για να ψιθυρήσουμε αυτούς τους μύθους του Οβίδιου. Ψιθυρίζουμε συλλογικά αυτές τις ιστορίες σαν ένα είδος εξορκισμού, σαν ένα ξόρκι για μπορέσουμε να κάνουμε κάτι συλλογικά για να αλλάξουν τα πράγματα.
Υπάρχουν πολλά επίπεδα τα οποία προσπαθώ να φέρω στο έργο για να μιλήσω για αυτή την τοποθεσία. Ο ίδιος τίτλος «Στα Τέμπη, στις όχθες της Αρκαδίας» λέει πολλά: είναι από ένα ποίημα του Τζον Κητς το 1816, του ρομαντικού κινήματος, που παρομοιάζει τα Τέμπη με την Αρκαδία, δηλαδή με έναν τόπο που δεν υφίσταται. Είναι ένας τόπος ανύπαρκτος αλλά και ειδυλλιακός. Τα συγκεκριμένα ζώα που βλέπουμε, κάνουν κινήσεις πένθους, χωρίς να βλέπουμε όμως ακριβώς με ποιο τρόπο. Οπότε θέλω να δημιουργήσω ένα πολυεπίπεδο έργο που να μιλήσει για όλα αυτά τα στρώματα της ιστορίας σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία, όπως αυτή είναι που είναι τόσο πολύ φορτισμένη» αναφέρει η δημιουργός του, Σοφία Ντώνα.
Ο Διονύσης Καβαλλιεράτος παρουσιάζει ένα απολαυστικό σύμπαν από εγκαταστάσεις, κεραμικά γλυπτά, σχέδια και την ταινία «Στη φάρμα του Daan», ένα σατιρικό ιπποτικό δράμα που λειτουργεί ως μεταφορά για τη ματαιότητα της ζωής στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Όλα αρθρώνονται γύρω από τον κεντρικό άξονα, που είναι το φιλμ. Το έργο εστιάζει στο παράλογο που έχει καταστεί πλέον κυρίαρχος κανόνας και είναι μια αλληγορία για τους ηλίθιους που παραπλανούν και οδηγούν την ιστορία σε επανάληψη. Αναφέρεται επίσης στην ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, στις εύθραυστες ισορροπίες που υπάρχουν στο σύγχρονο κόσμο και στην απληστία των ελίτ που φέρνει πόλεμο, γενοκτονία και καταστροφή:
«Η περιπέτεια αυτού του έργου, ξεκίνησε την 7η Ιουνίου 2021. Λίγο μετά τη λήξη της καραντίνας, ξεχύθηκα στην ελληνική επαρχία. Επισκέφτηκα ένα κάστρο και αποφάσισα ότι θα γυρίσω μία ιπποτική ταινία. Το θέμα της ταινίας είναι μία μεταφορά της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής κατάστασης. Ξεκίνησε από την ελληνική πραγματικότητα, αλλά από ό,τι αποδεικνύεται, έχει να κάνει και με την παγκόσμια ανθρώπινη κατάσταση. Είναι μία αλληγορία για την ψευδαίσθηση της δημοκρατίας, για το γεγονός ότι πάρα πολύ λίγοι ζουν εις βάρος των πάρα πολλών. Οι πάρα πολλοί είναι σαν υπνωτισμένοι. Σε γενικές γραμμές, αυτός είναι ο κορμός όλης της δουλειάς, η οποία περιλαμβάνει μία κινηματογραφική ταινία, πολλά σχέδια και γλυπτά μικρών και μεγαλύτερων διαστάσεων.
Στο κέντρο της εγκατάστασης κυριαρχεί αυτή η ακολουθία ηρώων, που παραπέμπει στη μακριά γαϊδούρα, την οποία πολλοί από εμάς παίζαμε μικροί στις γειτονιές μας. Η συγκεκριμένη παίζεται από τους δημοκρετίνους και τους δημοκρούστες. Στα αγγλικά είναι «the Democretins and the Democrushers». Είναι τα κοστούμια και τα props που χρησιμοποίησα στην ταινία. Η ταινία διάρκειας 45 λεπτών γυριζόταν από το 2021 μέχρι και φέτος. Ναι, πήρε πολύ χρόνο. Έπρεπε να φτιαχτούν χειροποίητες στολές. Έπρεπε κάθε Κυριακή να μαζευόμαστε όλοι οι φίλοι και να κάνουμε γυρίσματα. Συνέβησαν πολλά, αλλά το απολαύσαμε. Ήταν μια περιπέτεια και το γύρισμα και όλη η διαδικασία από την αρχή μέχρι το τέλος. Για την ταινία δούλεψαν πολλοί φίλοι, συνάδελφοι, επαγγελματίες του κινηματογράφου και του χορού και εικαστικοί. Γύρω στους 40 ανθρώπους» μας εξηγεί ο Διονύσης Καβαλλιεράτος.
Η Αντιγόνη Τσαγκαροπούλου παρουσιάζει μια εντυπωσιακή πολυμεσική εγκατάσταση που περιλαμβάνει έναν υδάτινο κήπο με πραγματικά φυτά και νερό και μια ταινία, υπό τον τίτλο «In The Wild». Το φιλμ έχει να κάνει με ο,τι συμβαίνει πέρα από τις ελεγχόμενες συνθήκες του εργαστηρίου. Το έργο εξερευνά τις σχέσεις, τις εμπειρίες και το βίωμα ανάμεσα σε ανθρώπινα, ρομποτικά και μη ανθρώπινα σώματα, στο πλαίσιο ενός υγροτόπου. Στο επίκεντρο βρίσκονται ρομπότ, queer και θηλυκά σώματα που είναι σε ευαλωτότητα. Μέσα από αρχειακές και σύγχρονες διαφημίσεις ρομπότ, αλλά και με τη βοήθεια της live performance, αναδεικνύονται ζητήματα που έχουν να κάνουν με την εργασία, την αυτοματοποίηση, τον έλεγχο και την τεχνολογική πρόοδο:
«Η ταινία ονομάζεται “In The Wild”. Ο τίτλος προέρχεται από το πεδίο του HRI (Αλληλεπίδραση ανθρώπου ρομπότ) και o όρος έχει να κάνει με, όταν τα ρομπότ φεύγουν από τα εργαστήρια και βγαίνουν έξω σε πραγματικό χώρο και χρόνο, είτε σε σπίτια, είτε στον δρόμο, είτε οπουδήποτε δεν υπάρχει ελεγχόμενος χώρος.
Με ενδιαφέρει μέσα από μια κριτική και ποιητική ματιά να μιλήσω για εναλλακτικούς και πιο απαλούς τρόπους με τους οποίους μπορούμε να συνδεθούμε με τον κόσμο, μ ε τις τεχνολογίες αιχμής τις οποίες δημιουργούμε και με το περιβάλλον. Στην ταινία εγώ το χρησιμοποιώ ένα πάρα πολύ ποιητικό τρόπο για να αναφερθώ στο τι σημαίνει αν τα ρομποτικά σώματα βγουν στους υδροβιότοπους.Το συγκεκριμένο έργο αναφέρεται με έναν πολύ πιο ποιητικό και συμβολικό τρόπο στο τι σημαίνει αν οι τεχνολογίες και τα σώματά μας στραφούν σε έναν πιο συμβιωτικό τρόπο συνύπαρξης μεταξύ ανθρώπινων, μη ανθρώπινων και ρομποτικών οντοτήτων.
Στο συγκεκριμένο έργο, οι υδροβιότοποι χρησιμοποιούνται συμβολικά σαν ευάλωτες ζώνες βιοποικιλότητας και ταυτόχρονα σαν ένα σώμα το οποίο βρίσκεται διαρκώς σε επικινδυνότητα λόγω της βιομηχανικής και αστικής ανάπτυξης και των τεχνολογιών. Συμβολίζουν για μένα οριακές ζώνες, είναι ένα μεθοριακό σώμα που συνδέεται με το queer και το θηλυκό σώμα, το οποίο βρίσκεται ιστορικά και πολιτικά σε ευαλωτότητα» επισημαίνει η Αντιγόνη Τσαγκαροπούλου.
Η 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης με τίτλο «Όλα πρέπει να αλλάξουν. Ριζοσπαστική Νοημοσύνη» διαρκεί μέχρι τις 5 Ιουλίου.