Νέα μεγάλη έκθεση του ΟΗΕ αναλύει τους κινδύνους από την υπέρβαση του 1,5°C θέρμανσης και δείχνει πώς μπορούμε να τους περιορίσουμε.
Δεν είναι πλέον δυνατόν να συγκρατηθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη κάτω από 1,5°C, αλλά υπάρχει διέξοδος, σύμφωνα με νέα έκθεση του Προγράμματος Περιβάλλοντος του ΟΗΕ (UNEP).
Η στρατηγική «υπέρβαση, κορύφωση και πτώση» αποτελεί πλέον την καλύτερη ελπίδα για να επανέλθουν οι θερμοκρασίες κάτω από το όριο θέρμανσης που ορίζει η Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, ώστε να αποφευχθούν οι χειρότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, αναφέρει η έκθεση.
Η έκθεση προβλέπει στην καλύτερη περίπτωση άνοδο της θερμοκρασίας κατά 1,8°C και πάνω από 2°C σε άλλα σενάρια. Πάνω από το όριο του 1,5°C, οι επιπτώσεις στο κλίμα και οι κίνδυνοι για σημεία καμπής εντείνονται με κάθε κλάσμα βαθμού.
Η διασφάλιση του μέλλοντος της ανθρωπότητας προϋποθέτει η υπέρβαση αυτή να είναι όσο το δυνατόν «μικρή και σύντομη», δηλώνει ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν βασικό κομμάτι της λύσης.
Όμως μια άλλη έκθεση που δημοσιοποίησε πρόσφατα η διεθνής δεξαμενή σκέψης Energy Transitions Commission (ETC) αποκαλύπτει ένα «παράδοξο της προόδου» στον τομέα της ενέργειας. Η εκρηκτική ζήτηση από κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης και συστήματα ψύξης, σε συνδυασμό με ηλεκτρικά δίκτυα που ασφυκτιούν, υπερκαλύπτουν τα οφέλη από την πρωτοφανή ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Γιατί τα ρεκόρ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν μειώνουν τις εκπομπές
Πρωτοφανείς επενδύσεις ύψους 1,9 τρισ. ευρώ κατευθύνονται πλέον κάθε χρόνο στην καθαρή ενέργεια, επιταχύνοντας την ανάπτυξή της, όμως καλύπτουν μόλις το 40% της αύξησης της ζήτησης.
Οι καύσωνες τροφοδοτούν την αυξανόμενη ζήτηση για ενεργοβόρα κλιματιστικά, ενώ η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης ασκεί νέα, μεγάλη πίεση στα ηλεκτρικά συστήματα.
Η κατανάλωση ενέργειας από κέντρα δεδομένων αυξήθηκε κατά 17% το 2025 και αντιστοιχεί πλέον σε περίπου 1,5 έως 2% της παγκόσμιας χρήσης, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA). Αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2030.
Παράλληλα, ανταγωνίζονται για πρόσβαση σε υπερφορτωμένα δίκτυα ηλεκτρισμού, από τις ΗΠΑ έως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι χρόνοι αναμονής για σύνδεση φτάνουν έως και τα 10 χρόνια και εξετάζονται υψηλά προκαταβολικά τέλη για να εξασφαλιστεί θέση στην ουρά. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι φορείς ανάπτυξης κατασκευάζουν επιτόπιες λύσεις παραγωγής, όπως φωτοβολταϊκά και μικροδίκτυα φυσικού αερίου.
Την ίδια στιγμή, τα απαρχαιωμένα δίκτυα ηλεκτρισμού οδηγούν σε τεράστια ποσά χαμένου δυναμικού πράσινης ενέργειας: μόνο στην Ευρώπη, 375 GW από ΑΠΕ περιμένουν να συνδεθούν, ενώ 2.300 GW παραμένουν σε ουρές αναμονής στις ΗΠΑ.
Ως συνέπεια, οι παγκόσμιες εκπομπές σταθεροποιούνται αντί να μειώνονται, θέτοντας τον πλανήτη σε τροχιά υπερθέρμανσης κατά 2,5°C, σύμφωνα με την αξιολόγηση της ETC.
Και καθώς η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύει μόλις περίπου το ένα πέμπτο της συνολικής ενεργειακής χρήσης, είναι εξίσου κρίσιμη η απανθρακοποίηση της θέρμανσης, της βιομηχανίας και των μεταφορών.
Περιορισμός της υπέρβασης: πώς μπορεί ο κόσμος να ξαναμπεί σε τροχιά;
Και οι δύο εκθέσεις συμφωνούν σε άμεσες λύσεις για το πρόβλημα, ξεκινώντας από την αντιμετώπιση του μεθανίου.
Σημαντικά πιο ισχυρό από το διοξείδιο του άνθρακα, αυτό το αέριο του θερμοκηπίου ευθύνεται για περίπου 0,5°C της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, αν και παραμένει συγκριτικά για λιγότερο χρόνο στην ατμόσφαιρα.
Έγκαιρες μειώσεις – με έμφαση στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου, στη σπατάλη τροφίμων και στους χώρους υγειονομικής ταφής – μπορούν συνεπώς να περιορίσουν σημαντικά τις θερμοκρασίες.
Οι χώρες θα πρέπει επίσης να μετατοπίσουν τις επενδύσεις από παλαιές υποδομές υψηλών εκπομπών, όπως μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα, συστήματα μεταφορών και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, σε εναλλακτικές λύσεις χαμηλών εκπομπών, όπως οι ΑΠΕ.
Το 2025, οι ανανεώσιμες πηγές παρήγαγαν σχεδόν το 34% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας. Η αύξηση του ποσοστού αυτού στο 60–70% έως το 2030 θα βοηθούσε τον κόσμο να πετύχει ένα σενάριο περιορισμένης υπέρβασης, σύμφωνα με την έκθεση του UNEP.
Αυτό συνάδει με τη δέσμευση της COP28 για τριπλασιασμό της παγκόσμιας ανανεώσιμης ενεργειακής ισχύος έως το τέλος της δεκαετίας. Η αποθήκευση, η ευελιξία στη ζήτηση και οι αναβαθμίσεις των δικτύων πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο, καθώς – όπως επισημαίνει η Energy Transitions Commission – η χρηματοδοτημένη καθαρή παραγωγή που περιμένει να συνδεθεί στα δίκτυα είναι ήδη μεγαλύτερη από το σύνολο του ετήσιου ελλείμματος των 900 GW που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου του 2030.
Όσο ταχύτερα μειώνονται οι εκπομπές, τόσο λιγότερο θα αναγκαστούμε να βασιστούμε σε αβέβαιες μελλοντικές τεχνολογίες όπως η απομάκρυνση διοξειδίου του άνθρακα (CDR), αναφέρει η έκθεση του UNEP, αν και υπογραμμίζει ότι η υπεύθυνη εφαρμογή, παρακολούθηση και κλιμάκωση της CDR αποτελεί σημαντικό μακροπρόθεσμο στόχο.
Η μείωση της ζήτησης αποτελεί επίσης κρίσιμο μέρος της λύσης, με έμφαση σε χαμηλού κόστους παρεμβάσεις όπως η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, η ηλεκτροκίνηση στη θέρμανση και την ψύξη και οι αλλαγές συμπεριφοράς στις μετακινήσεις και στη διατροφή – αλλαγές που, όπως προειδοποιεί το UNEP, θα εξαρτηθούν από μεταβολές πολιτικής και όχι μόνο από την ατομική επιλογή.