Η ταυτόχρονη αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της κλιματικής αλλαγής σώζει ζωές και ενισχύει τις οικονομίες, δείχνουν εκθέσεις του ΟΗΕ.
Οι δασικές πυρκαγιές και τα κύματα καύσωνα που προκαλεί η κλιματική αλλαγή επιδεινώνουν την ατμοσφαιρική ρύπανση, με επιζήμιες συνέπειες για τη φύση και την ανθρώπινη υγεία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO).
Η υπερθέρμανση του πλανήτη κάνει αυτά τα φαινόμενα ακόμη πιο έντονα, καθώς απελευθερώνουν μικροσκοπικούς ρύπους που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα και απειλούν να υπονομεύσουν τις διεθνείς προσπάθειες για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, προειδοποίησε τη Δευτέρα (7 Σεπτεμβρίου) η υπηρεσία καιρού και κλίματος του ΟΗΕ.
«Οι ακραίες δασικές πυρκαγιές πληθαίνουν, με αποτέλεσμα μεγάλες επιπτώσεις στην υγεία λόγω της υψηλής τοξικότητας του καπνού», ανέφερε ο WMO σε ανακοίνωση που συνοδεύει το τελευταίο Ενημερωτικό Δελτίο του για την Ποιότητα του Αέρα και το Κλίμα.
«Ενώ οι κανονισμοί στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική έχουν μειώσει τις βιομηχανικές εκπομπές PM2.5 και εκείνες από τις μεταφορές, η έκθεση σε PM2.5 που συνδέονται με πυρκαγιές έχει αυξηθεί».
Τα αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 αποτελούνται από μικροσκοπικά σωματίδια και σταγονίδια με διάμετρο μικρότερη από 2,5 μικρόμετρα, κάτι που συνιστά κίνδυνο για την υγεία, καθώς μπορούν να διεισδύσουν βαθιά στους πνεύμονες και στην κυκλοφορία του αίματος. Εκπέμπονται από βιομηχανικές δραστηριότητες που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα, τη γεωργία, τη θέρμανση των νοικοκυριών και τις μεταφορές, αλλά και από δασικές πυρκαγιές και αμμοθύελλες.
Η έκθεση αναφέρει ότι ο κόσμος πρέπει να παρακολουθεί καλύτερα ρύπους της ατμόσφαιρας όπως τα αεροζόλ - συμπεριλαμβανομένου του μαύρου άνθρακα και των μικροπλαστικών -, τα λεπτά σωματίδια και το όζον στο επίπεδο του εδάφους.
Αυτοί οι ρύποι «δεν παρακολουθούνται επαρκώς, παρότι είναι διαδεδομένοι και ενδέχεται να βλάπτουν τα οικοσυστήματα», ανέφερε ο WMO.
«Χρειαζόμαστε συμπληρωματικές και συντονισμένες πολιτικές για την ποιότητα του αέρα και το κλίμα, γιατί δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά».
Ισχυρές δασικές πυρκαγιές απελευθερώνουν τοξικό καπνό
«Η ποιότητα του αέρα και η κλιματική αλλαγή δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωριστά. Αν επιδεινώνεται η μία, επιδεινώνεται και η άλλη», λέει ο Lorenzo Labrador από το δίκτυο επιστημόνων Global Atmosphere Watch του WMO.
«Σε περιοχές όπου εκδηλώνονται σχετικά ισχυρές δασικές πυρκαγιές, εντοπίζουμε υψηλά επίπεδα ρύπανσης από λεπτά σωματίδια», σημειώνει.
Τα μικροσωματίδια που παράγονται από την καύση βλάστησης είναι πολύ πιο τοξικά από εκείνα που εκπέμπονται από άλλες πηγές, ακόμη και από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων, υπογραμμίζει.
Πλήττουν την υγεία ανθρώπων και άγριας ζωής που ζουν πολύ μακριά από τις ίδιες τις εστίες, καθώς μεταφέρονται με τον άνεμο, αλλά η τοξική τους επίδραση δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στις εκτιμήσεις για την ποιότητα του αέρα, σημειώνει ο Labrador.
«Τα συμβατικά μοντέλα εκτίμησης κινδύνου που βασίζονται στις συνολικές συγκεντρώσεις PM2.5 ενδέχεται να υποεκτιμούν τη θνησιμότητα που αποδίδεται στις δασικές πυρκαγιές έως και κατά 93%», αναφέρει ο WMO.
Μία μελέτη που παρατίθεται στο Δελτίο του WMO αναφέρει ότι τα ακραία επεισόδια καπνού από πυρκαγιές έχουν τριπλασιαστεί παγκοσμίως από τη δεκαετία του 1990, συμβάλλοντας σε σχεδόν 100.000 επιπλέον θανάτους ετησίως την περίοδο 2010-2018, αν και αυτός ο αριθμός πιθανότατα είναι υποτιμημένος.
Όζον και μικροπλαστικά επιδεινώνουν την ατμοσφαιρική ρύπανση
Μια ακόμη πηγή ατμοσφαιρικής ρύπανσης με σοβαρούς κινδύνους για την υγεία είναι το όζον στο επίπεδο του εδάφους, που συσσωρεύεται όταν οι θερμοκρασίες αυξάνονται, η ατμόσφαιρα είναι στάσιμη και η ηλιακή ακτινοβολία έντονη, όπως φάνηκε στα πρόσφατα κύματα καύσωνα στην Κίνα, την Ευρώπη και τις νοτιοανατολικές ΗΠΑ.
«Αυτή η αυξημένη έκθεση στην ρύπανση από όζον μπορεί να οδηγήσει σε δεκάδες χιλιάδες επιπλέον πρόωρους θανάτους», ιδίως λόγω αναπνευστικών παθήσεων, προειδοποίησε ο WMO.
Ένας ακόμη αυξανόμενος λόγος ανησυχίας είναι τα σωματίδια αεροζόλ, τα οποία μπορούν επίσης να ταξιδεύουν μέχρι ωκεανούς και ηπείρους πολύ μακριά από την πηγή τους.
Μπορούν να μεταβάλουν τον τρόπο με τον οποίο η ατμόσφαιρα αντανακλά το ηλιακό φως, να αλλάξουν τις χημικές ιδιότητες του εδάφους και του νερού και να μολύνουν κατά τα άλλα καθαρά οικοσυστήματα.
«Ένα παράδειγμα είναι η εναπόθεση μαύρου άνθρακα - ή αιθάλης - σε χιόνι και πάγο, που μειώνει την ποσότητα ηλιακού φωτός που αντανακλάται από αυτές τις επιφάνειες και έτσι μπορεί να επιταχύνει τη διαδικασία τήξης», εξήγησε ο WMO.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι τα μικροπλαστικά, που σχηματίζονται όταν τα πλαστικά αποσυντίθενται λόγω της ηλιακής ακτινοβολίας ή άλλων παραγόντων και εντοπίζονται σχεδόν παντού - στον αέρα, στο έδαφος και στους ωκεανούς.
Μία προσομοίωση στο Δελτίο του WMO εκτιμά ότι υπάρχουν «51 εκατομμύρια τόνοι για τη στεριά και 22 εκατομμύρια τόνοι για τον ωκεανό - που με τη σειρά τους αποτελούν πηγή μικροπλαστικών για την ατμόσφαιρα».
«Καθώς η παραγωγή πλαστικών και, κυρίως, η κακή διαχείριση των πλαστικών αποβλήτων συνεχίζουν να αυξάνονται, η παρακολούθηση των ατμοσφαιρικών διαδρομών που μεταφέρουν μικροπλαστικά από την πηγή τους και τα εναποθέτουν σε απομακρυσμένα περιβάλλοντα θα είναι καθοριστική», σημειώνει η έκθεση.
Οικονομικό όφελος από την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Μια ξεχωριστή έκθεση που δημοσιεύτηκε στις 7 Σεπτεμβρίου από το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του ΟΗΕ (UNEP) και τον Συνασπισμό για το Κλίμα και τον Καθαρό Αέρα (CCAC) ανέδειξε τα οικονομικά οφέλη της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ως ενιαίου προβλήματος.
Διαπίστωσε ότι για κάθε 1 δολάριο (0,86 ευρώ) που επενδύεται σε δράση για το κλίμα και τον καθαρό αέρα, η απόδοση μπορεί να φτάσει τα 15 δολάρια (12,92 ευρώ). Το όφελος είναι μεγαλύτερο από ό,τι όταν το κλίμα και ο καθαρός αέρας αντιμετωπίζονται χωριστά και περιλαμβάνει τόσο άμεσα όσο και έμμεσα οικονομικά κέρδη, κατανεμημένα στα συστήματα υγείας, την παραγωγικότητα και τις κλιματικές ζημιές που αποτρέπονται.
«Για πολύ καιρό αντιμετωπίζαμε τη δράση για το κλίμα ως κόστος προς διαχείριση και την ατμοσφαιρική ρύπανση ως ατυχές αποτέλεσμα της ανάπτυξης», δηλώνει η Inger Andersen, εκτελεστική διευθύντρια του UNEP. «Η έκθεση δείχνει το αντίθετο: ο καθαρός αέρας είναι βασικός μοχλός ανάπτυξης, υγείας, τροφίμων και ενεργειακής ασφάλειας και κλιματικής σταθερότητας - ένα περιουσιακό στοιχείο στο οποίο πρέπει να επενδύσουμε».
Εστιάζοντας στις εκπομπές έξι τομέων - συστήματα ενέργειας και ορυκτών καυσίμων, βιομηχανία, μεταφορές, γεωργία και συστήματα τροφίμων, οικιακό μαγείρεμα και θέρμανση, και διαχείριση αποβλήτων - η έκθεση παρουσιάζει μέτρα που θα μπορούσαν έως το 2050 να μειώσουν στο μισό τις παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και να αποτρέψουν 144 εκατομμύρια πρόωρους θανάτους που σχετίζονται με την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η ενεργειακή αποδοτικότητα, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα καύσιμα ναυτιλίας με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο, η πιο αποδοτική χρήση λιπασμάτων, η καλύτερη διαχείριση λυμάτων και η σταδιακή μείωση των υδροφθορανθράκων (HFC) συγκαταλέγονται μεταξύ των 25 προτεινόμενων μέτρων.